Τύπος Πειραιώς - Ενημέρωση

Θύμισες από τα Χριστούγεννα του άλλοτε, μ΄ εκείνο το ξύλινο αυτοκινητάκι μου…

Flash στις 24/12/2016

Καλά Χριστούγεννα, αγαπητοί

kapranos d

|> Δημήτρης Καπράνος

|> «Tι θες και γυρίζεις στα περασμένα; Δεν βλέπεις τα χάλια μας;«, μου λέει η γυναίκα μου όταν αρχίζω να μιλώ για τα παλιά. Δεν είναι, όμως, μόνο η νοσταλγία που μας γυρίζει πίσω. Είναι και η σημερινή κατάσταση, που λίγη σου αφήνει πια αισιοδοξία, λίγο αέρα σου προσφέρει για να αναπνεύσεις… Έτσι, γυρίζεις πίσω, σε κάποια χρόνια που μπορεί να μην είχες τόσες ανέσεις (και τόσες σκοτούρες), αλλά είχες κάποια πράγματα τα οποία σήμερα σπανίζουν ή δεν υπάρχουν…

Θυμάμαι, δηλαδή, που την παραμονή των Χριστουγέννων δεν είχαμε ρεβεγιόν, αλλά πέφταμε στο κρεβάτι νωρίς, επειδή έπρεπε να ξυπνήσουμε πριν το χάραμα για την εκκλησία…

Διαφήμιση για την υποστήριξη της σελίδας

Μπροστά ο πατέρας, πίσω τα πέντε παιδιά και τελευταία η μάνα μας, για να φυλάει το… κοπάδι, ξεκινούσαμε απ’ το σπίτι για την εκκλησία, όπου θα ακούγαμε το «Η Γέννησίς σου, Χριστέ, ο Θεός ημών«… Τι κι αν ήμασταν μικρά; Γνωρίζαμε απ’ έξω τα λόγια και ψέλναμε κι ας μην πολυκαταλαβαίναμε.

Έλεγα… «Εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες, υπό αστέρος εδιδάσκοντο» και δεν καταλάβαινα γρυ! Υποψιαζόμουν κάτι ναύτες, κάτι αστέρια, αλλά το νόημα το είχα πιάσει. Για τη Γέννηση του Χριστού μιλούσαν οι στίχοι…

Ή έψελνα «Η παρθένος σήμερον, τον υπερούσιον τίκτει, και η γη στο σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει» και δεν ήξερα τί ήθελε να πει. Αλλά μου άρεσε η μυσταγωγία, ο χαμηλός φωτισμός, ο ουρανός που χάραζε και τα χρώματά του, που φαίνονταν από τα θολωτά παράθυρα του ναού.

Κι όταν τέλειωνε η λειτουργία, με τη μέρα να έχει ανατείλει για τα καλά, επιστρέφαμε στο σπίτι, όπου μας περίμενε η πρωινή σούπα, καθώς η γαλοπούλα, που αργότερα θα έμπαινε στον φούρνο με πατάτες, είχε δώσει τους χυμούς της σε έναν ζεστό ζωμό, με λιγοστό ρύζι, για να μην βαρύνει το στομάχι… Κι ύστερα, αν ήταν καλός ο καιρός, κατεβαίναμε στον δρόμο και παίζαμε καρύδια! Ήταν ένα παιγνίδι όπως ακριβώς παίζαμε με τους βώλους, μόνο που αντί για τις μικρές χωμάτινες μπαλίτσες είχαμε τα καρύδια, που τότε αφθονούσαν στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι.

Ξενοιασιά, σε μια εποχή που η Ελλάδα έπαιρνε τα πάνω της, τότε που οι νοικοκυραίοι είχαν αρχίσει να κάνουν πραγματικότητα το κεραμίδι για να βάλουν από κάτω το κεφάλι τους. Δούλευε φουλ η οικοδομή, χωρίς μπετονιέρες και ανελκυστήρες, με σκαλωσιές και γεροδεμένους οικοδόμους να ανεβάζουν τη λάσπη με τον τενεκέ στον ώμο. Ξεφύτρωναν τα διώροφα και τα τριώροφα σαν τα μανιτάρια, είχε αρχίσει η ασφαλτόστρωση των δρόμων, τα σπίτια αποκτούσαν τηλέφωνο και στους δρόμους πύκνωναν τα ιδιωτικής χρήσεως αυτοκίνητα.

Και ήταν παράδεισος η Αθήνα αυτές τις μέρες, με τα μαγαζιά στολισμένα και τις βιτρίνες γεμάτες παιγνίδια, όχι πλαστικά και μαζικής παραγωγής όπως σήμερα. Έχω ακόμη ένα παλιό, ξύλινο αυτοκινητάκι. Και το προτιμά η εγγονή μου απ’ όλα της τα άλλα παιγνίδια. Ίσως επειδή καταλαβαίνει την διαφορά. Καλά Χριστούγεννα, αγαπητοί!..