Τύπος Πειραιώς - Ενημέρωση

Τα Φάντομ που δεν πέταξαν, για κάποια «πλείονα στοιχεία»…

Ελλαδα στις 17/07/2017

Εάν είχαν απογειωθεί, τότε δεν θα υπήρχαν «Αττίλας 1» και «Αττίλας 2″…

|> Μία αποκάλυψη για την προδοσία της Κύπρου μας, έκανε χθες η εφημερίδα «Κυριακάτικη Δημοκρατία«. Συνταρακτικά στοιχεία που κατέθεσαν τα ίδια τα πρόσωπα μιας τραγικής σελίδας της Ιστορίας, για την τύχη της μαρτυρικής Κύπρου μας. Ένα αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του Δημήτρη Καπράνου, όπου μιλάνε ο τότε (1974) διοικητής της Μοίρας των Φάντομ, πτέραρχος ε.α. Σωτήρης Κοντογιάννης και ο τότε σμηναγός και πρώην υπουργός Εθνικής Αμύνης Σπήλιος Σπηλιωτόπουλος.

|> Δημήτρης Καπράνος

«Γνωρίζαμε και είχαμε  αποδεχτεί  το υψηλό ποσοστό απωλειών που θα καταβάλαμε σε χειριστές και αεροσκάφη, αλλά την Ιστορία θα την είχαμε αλλάξει. Αν είχαμε απογειωθεί, «Αττίλας 1» , πόσο μάλλον «Αττίλας 2», ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΗΡΧΕ!» .

Διαφήμιση για την υποστήριξη της σελίδας

Όταν τα λόγια αυτά στα λέει ο πρώην υπουργός Εθνικής Αμύνης Σπήλιος Σπηλιωτόπουλος, που τότε, το 1974, ήταν Σμηναγός, κυβερνήτης ενός από τα «Φάντομ» που έμειναν καθηλωμένα στο Ηράκλειο και δεν απογειώθηκαν-όπως είχε σχεδιαστεί- για την Κύπρο, όταν έχεις ζήσει, σαν δημοσιογράφος, εκείνα τα φοβερά γεγονότα, μια λέξη μόνο σου έρχεται στο στόμα.

Μια λέξη, που βασανίζει όλους εμάς, που βασανίζει, 43 χρόνια τώρα, εκατομμύρια Έλληνες και Κυπρίους: ΓΙΑΤΙ;

Θυμάμαι, εκείνες τις δραματικές μέρες, να αναζητούμε με αγωνία ένα φως ενημέρωσης, να ακούμε ξένους ραδιοφωνικούς σταθμούς, καθώς οι δικοί μας ήταν ακόμη σφραγισμένοι από το ανελεύθερο καθεστώς Ιωαννίδη.

Μαζεμένοι στο γραφείο του εκδότη Γιάννη Παπαγεωργίου, στον τρίτο όροφο της οδού Βησσαρίωνος 3, πίσω από το Οφθαλμιατρείο, μαζεύαμε σκόρπιες πληροφορίες και ακούγαμε ονόματα. «Ιωαννίδης», «Αραπάκης», Σίσκο»,  «Τάσκα», «Ετζεβίτ», «Απόβαση», «Κυρήνεια», πόλεμος! Θυμάμαι τότε, στο γραφείο, ήταν ο Γιώργος Σπορίδης, ο Νίκος Βυζαντινός, ο Κώστας Κύρκος, ο Χρήστος Παγανής.

Ο Παπαγεωργίου, παλιά καραβάνα στην πολιτική και στο παρασκήνιο, ήταν βέβαιος.

Χάνεται η Κύπρος, θα πέσει η δικτατορία, αλλά θα το πληρώσουμε με αίμα!«.

Λίγες μέρες αργότερα, ο λαός πανηγύριζε στο Σύνταγμα κι εγώ έτρεχα στο αεροδρόμιο για το πρώτο μου (επώνυμο) ρεπορτάζ, στην  τελευταία σελίδα της «Αθηναϊκής», που επανεκδόθηκε τετρασέλιδη(!) το βράδυ της Μεταπολίτευσης!

Και θα μείνουν για πάντα στο μυαλό μου χαραγμένα τα λόγια ενός ηλικιωμένου ανθρώπου, που έστεκε, ξημερώματα της 24ης Ιουλίου, στα σκαλιά της «Μεγάλης Βρετανίας» κι έλεγε, με δάκρυα στα μάτια: «Μα, γιατί πανηγυρίζουμε; Για τον πόλεμο και την Κύπρο που χάσαμε;«!

Ο διοικητής της Μοίρας των «Φάντομ»

Στο γραφείο, ξαπλωμένος νωχελικά ένας γκρίζος γάτος, με κοιτάζει με περιέργεια. Κι απέναντί μου, καθισμένος στην πολυθρόνα ο τότε, τον Ιούλιο του 1974, διοικητής της πιο σύγχρονης και ισχυρής για την εποχή εκείνη δύναμης «Φάντομ» στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, με πληρώματα άρτια εκπαιδευμένα από την Αμερικανική Αεροπορία (με σύγχρονες τακτικές από τον πόλεμο του Βιετνάμ που είχε τελειώσει ένα χρόνο ενωρίτερα), απόστρατος Πτέραρχος Σωτήρης Κοντογιάννης, άριστος και ικανός διοικητής και αεροπόρος, υπό την αρχηγία του οποίου, η αποστολή, που δεν έγινε τελικά, θα είχε αλλάξει την ιστορία και τη μοίρα της Κύπρου και της Ελλάδος!

«Ήταν δύσκολες εποχές για την Αεροπορία. Μπορεί να είχαμε τα καλύτερα αεροσκάφη, αλλά οι επικοινωνίες μας βρίσκονταν σε πολύ χαμηλό βαθμό. Σκεφτείτε ότι κάποιες εκ των οδηγιών μεταφέρονταν από το ένα σημείο στο άλλο με …τζιπ ενώ το ΑΤΑΔ είχε ένα μόνο τηλέφωνο! Υπήρχε, όμως, ψυχή, πίστη, δύναμη και ανδρεία!«…

» Η ζωή κυλούσε σε εντατικούς ρυθμούς, με έμφαση στην οργάνωση της Μοίρας και την εκπαίδευση του προσωπικού, μέσα φυσικά από τις αντιξοότητες και τα προβλήματα που αντιμετωπίζαμε συχνά, λόγω των ελλείψεων σε εξοπλισμό υποστήριξης.

Ήμασταν πλέον στα μέσα Ιουλίου και η δύναμη των αεροσκαφών μας είχε φθάσει τα 16. Επί πλέον, το δεύτερο κλιμάκιο των επτά πληρωμάτων, είχε επιστρέψει από τις ΗΠΑ και προς τα τέλη Ιουλίου, αρχές Αυγούστου αναμενόταν να επιστρέψει και το τρίτο κλιμάκιο (οκτώ πληρώματα) οπότε θα ολοκληρωνόταν η επιστροφή όλη της δύναμης της Μοίρας.

Την 18η Ιουλίου 1974, περί ώρα 6μ.μ δέχθηκα στο γραφείο μου τηλεφώνημα  από τον Αρχηγό της Αεροπορίας Αλέξανδρο Παπανικολάου. Αφού απάντησα σε ορισμένες ερωτήσεις του, σχετικά με την κατάσταση της Μοίρας και του προσωπικού γενικώς, με ενημερώνει ότι εντός ολίγου θα λάβω εντολή έναρξης της φόρτωσης των αεροσκαφών.

Πράγματι, μετά από λίγα λεπτά, η εντολή εδόθη και αφορούσε στην προετοιμασία τεσσάρων αεροσκαφών με εξοπλισμό σε ρόλο αναχαίτισης (βλήματα αέρος-αέρος) και η υπόλοιπη δύναμη σε ρόλο Δ/Β με βόμβες γενικής χρήσεως ΜΚ- 82 των 500 λιβρών.

Λόγω των ελλείψεων σε διαφόρους τομείς η Μοίρα δεν είχε ενταχθεί ακόμη σε σχέδιο αμύνης της χώρας και δεν της είχαν ανατεθεί ενδεχόμενοι εχθρικοί στόχοι για προσβολή, βάσει επιχειρησιακών σχεδίων. Αυτό, όμως, δεν είχε σημασία διότι στον πόλεμο συμμετέχουν όλοι με ότι μέσα έχουν και σε όποια κατάσταση τα έχουν!«.

Να  σημειωθεί ότι ακόμη και η φόρτωση των «Φάντομ» έγινε με πολύ αργούς ρυθμούς, αφού δεν υπήρχε η ανάλογη προπαίδευση. Για να φορτωθεί κάθε αεροσκάφος χρειάστηκαν 3ώρες και 40′. Πέντε μήνες αργότερα, τα «Φάντομ» φορτώνονταν σε 23 λεπτά!

Το πρωί της 19ης Ιουλίου βρήκε και τα 16 αεροσκάφη της μοίρας πλήρως εξοπλισμένα.  Το βράδυ της 19ης Ιουλίου έφθασε εσπευσμένα από τις ΗΠΑ και το τρίτο κλιμάκιο (οκτώ πληρώματα) και τα «Φάντομ» διέθεταν πληρώματα έτοιμα για μάχη!

«Μέσα σ’ αυτή την  περίεργη κατάσταση έντασης, ελλείψεως και δυσκολιών, εκείνο που αναδείχθηκε έντονα και είναι άκρως συγκινητικό, ήταν το ηθικό και η πειθαρχία των ανδρών. Όλοι ήταν  προσηλωμένοι στην αποστολή και στα καθήκοντά τους. Και γι αυτή τους τη στάση, ως διοικητής τους, τους είμαι ιδιαίτερα υπερήφανος αλλά και ευγνώμων«…

Στη συνέχεια, η Μοίρα ακολουθούσε τις εντολές του Κέντρου Επιχειρήσεων του ΑΤΑΔ, ως προς την διάταξη μάχης και την αραίωση των αεροσκαφών και τελικά το μεγαλύτερο μέρος της Μοίρας μεταστάθμευσε στο Ηράκλειο, όπου μετακινήθηκε και ο διοικητής της. Στην Ανδραβίδα παρέμεινε μόνο μια τετράδα «Φάντομ» με ανάλογο προσωπικό.

«Σε όλη την  διάρκεια παραμονής μας στο Ηράκλειο, υπήρξε αυστηρή ετοιμότητα αλλά και πολλές μεταβολές καταστάσεων και αβεβαιότητα, ως προς τιε εξελίξεις αλλά και το τί γίνεται, γενικώς. Κάποια στιγμή, λάβαμε εντολή αναδίπλωσης της Μοίρας στην έδρα της, στην Ανδραβίδα! Επιστρέψαμε, δυστυχώς, σκεπτικοί και προβληματισμένοι, διότι η παρουσία μας δεν είχε τελικά κανένα αποτέλεσμα στις τότε κρίσιμες καταστάσεις.

Προσωπικά, θέλω να πιστεύω ότι εάν γινόταν εγκαίρως η προγραμματισμένη και συντονισμένη αποδέσμευση των δώδεκα F-84F και μιας δικής μας τετράδας F-4F για κάλυψη, κατά τις κρίσιμες ημέρες της απόβασης στην Κυρήνεια, που στην πραγματικότητα επρόκειτο για «αποβίβαση», τότε το αποτέλεσμα και οι εξελίξεις, πάντα κατά την γνώμη μου, θα ήταν διαφορετικά!…

Τελικά δεν γνωρίζω πότε θα απαντηθεί το ερώτημα : «Γατί δεν εφαρμόσθηκαν τα τότε υφιστάμενα σχέδια; Σίγουρα ένα είναι βέβαιο. Η ευθύνη της απάντηση δεν ανήκει στην Πολεμική Αεροπορία. Η Πολεμική μας Αεροπορία ήταν εξοπλισμένη, αποφασισμένη και είχε σε  ετοιμότητα το 100% της δυνάμεώς  της. Συνεπώς η απάντηση σε αυτό το κρίσιμο αλλά και ιστορικό ερώτημα, αποτελεί ευθύνη άλλων κλιμακίων εξουσίας και λήψεως αποφάσεων, υψηλότερων από εκείνο της Πολεμικής Αεροπορίας!«…

Τα «Φάντομ», λοιπόν, δεν πέταξαν, παρά το ότι οι πιλότοι βρίσκονταν «δεμένοι» στα κόπκιτ. Στην έκθεσή του δε προς τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνοι Καραμανλή, ο τότε αρχηγός της Πολεμικής αεροπορίας  Αλ. Παπανικολάου, τον Σεπτέμβριο του 1974, αναφέρει, σχετικά με την καθήλωση των αεροσκαφών στο Ηράκλειο και τα εξής:

«Ο υποφαινόμενος, μεταξύ 11.00 και 12.00 ώρας έδωσεν δις την  διαταγήν απογειώσεως των αεροσκαφών, δις δε ηκύρωσεν ταύτην, κατόπιν εντολής του Προέδρου της Δημοκρατίας (σημ. συντ: Φαίδων Γκιζίκης)  όστις ενημερούμενος εις εκάστην περίπτωσιν υπό του Στρατηγού Μπονάνου, δεν ενέκρινε την εκτέλεσίν της, εκτιμών ενδεχομένως την κατάστασιν βάσει πλειόνων στοιχείων. Τελικώς η Κηρύνεια κατέρρευσεν περί ώραν 14.00, ότε, συμφώνως προς την απόφασιν του Συμβουλίου Ασφαλείας, θα έδει να είχον καταπαύσει  αι εχθροπραξίαι. Ως γνωστόν, οι Τούρκοι είχον  θέσει ως ώραν καταπαύσεως του πυρός, από ιδικής των πλευράς, την 18.00«.

Ποιά ήταν, άραγε, εκείνα τα «πλείονα στοιχεία«, βάσει των οποίων:

  • Δεν πέταξαν τα «Φάντομ» που θα καθήλωναν τους εισβολείς;
  • Ανεκλήθησαν τα δυο υποβρύχια που είχαν πλησιάσει  την Κηρύνεια στα 90 ναυτικά μίλια και μπορούσαν να καταστρέψουν τα αποβατικά σκάφη των Τούρκων;
  • Δεν έφθασε  από τον Πειραιά  στην Κύπρο το επιβατηγό-οχηματαγωγό «Φαιστός» , με 500 Κυπρίους εθελοντές αλλά κατέπλευσε τελικώς στην Ρόδο;

Επιτρέψτε μου να κλείσω αυτή την αναφορά σε ένα από τα μελανά σημεία της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας, με τα λόγια ενός από τους πιλότους που δεν αφέθηκαν να λιανίσουν τον εχθρό.

«Γιατί δεν μας άφησαν να πολεμήσουμε; Γιατί δεν πετάξαμε στην Κύπρο; Γιατί μας καθήλωσαν στο έδαφος; Αυτό το βάρος φέρουμε ισοβίως όσοι θα  συμμετείχαμε τότε στην αποστολή εκείνη, γιατί είχαμε τέτοια οργή, τέτοια αποφασιστικότητα και τέτοια όπλα, που θα την εκπληρώναμε στο ακέραιο, καταστρέφοντας ολοσχερώς όλη την αποβατική δύναμη, που ήταν ήδη καθηλωμένη στη βόρεια ακτή από τα λιανοντούφεκα των ανεπαρκώς εξοπλισμένων και ασυντόνιστων από το κέντρο, αλλά ηρωικών Ελληνοκυπριακών δυνάμεων«…