Τύπος Πειραιώς - Ενημέρωση

Οδοιπορικό στα στενά της Αθήνας που αργοπεθαίνει και τη… γράφουν τις νύχτες στην Ιερά Οδό…

ΚΟΙΝΩΝΙΑ στις 30/06/2017

Προστάτες και… θεματοφύλακες

|> Στέλιος Κοπανίδης

|> Ιερά Οδός, Σάββατο βράδυ, λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Δεκάδες αυτοκίνητα κινούνται νωχελικά, καθώς οι οδηγοί τους αναζητούν εναγωνίως μια πολυπόθητη θέση στάθμευσης. Τα πεζοδρόμια έχουν μετατραπεί σ’ ένα απέραντο πάρκινγκ. Πολυτελή αυτοκίνητα (ακόμη υπάρχουν) αλλά και φτωχικά, μικρά, μεγάλα, τζιπ στοιβάζονται το ένα δίπλα στ’ άλλο.

Ένας 25άρης παρκαδόρος αίθουσας ψυχαγωγίας προσπαθεί να εξοικονομήσει όσο περισσότερο χώρο μπορεί για να βάλει κι άλλα αυτοκίνητα, ενώ προσκαλεί κι άλλους οδηγούς να αφήσουν το Ι.Χ. τους στα «έμπειρα» χέρια του για να το βολεύσει κάπου, έναντι βεβαίως αμοιβής.

Διαφήμιση για την υποστήριξη της σελίδας

Κάποιοι κάνουν το λάθος να παρκάρουν απέναντι, ενώ κάποιοι άλλοι καταφεύγουν στα στενά γύρω από την Ιερά Οδό. Εκείνος, βεβαίως, σαν γνήσιος επαγγελματίας τούς προειδοποιεί: «Απέναντι παίρνουν πινακίδες»… Ενας οδηγός τού λέει αφελώς: «Μα απέναντι ούτε την κυκλοφορία παρεμποδίζουν ούτε ενοχλούν κανέναν»… Ο νεαρός παρκαδόρος με ύφος χιλίων καρδιναλίων τού τονίζει εμφατικά: «Εγώ πάντως προειδοποίησα…» και μετά ανενόχλητος συνεχίζει το έργο της κατάληψης πεζοδρομίων και χώρων, ελεύθερων και μη. Επειτα από λίγη ώρα ακούγεται σε συνωμοτικό τόνο η φωνή του από το κινητό τηλέφωνο. «Οκτώ αυτοκίνητα έχουν παρκάρει απέναντι. Τα δύο πρώτα, το τζιπ και η μαύρη BMW, είναι δικά μου».

Δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά από την κλήση στον άγνωστο Χ και εμφανίζονται δυο άνδρες της Δημοτικής Αστυνομίας. Ενας φτωχοδιάβολος περνάει σαστισμένος από δίπλα τους κρατώντας στα χέρια του τη λεία που αποκόμισε από τα γύρω στενά. Μόλις είχε διαρρήξει, καλύτερα σπάσει, κάποια αυτοκίνητα που βρίσκονταν παρκαρισμένα στα στενά και είχε αφαιρέσει ό,τι του ήταν… χρήσιμο. Ανταλλάσσει κλεφτές ματιές με τους… προστάτες της πόλης και μετά χάνεται. Κανένας δεν τον σταματά. Άλλωστε ποιος και γιατί να τον σταματήσει. Δουλειά της Δημοτικής Αστυνομίας είναι η εύκολη και η πλέον επικερδής. Της αφαίρεσης πινακίδων. Αυτό και ΜΟΝΟ. Όσο για τα υπόλοιπα «γαία πυρί μιχθήτω». Στο κάτω – κάτω στα δύσκολα ας αναλάβει η κανονική Αστυνομία.

Σιγά τώρα η Δημοτική να ασχοληθεί με την κλασική παραβατικότητα… Ύστερα τοποθετούν κλήσεις στα παρανόμως παρκαρισμένα και αφαιρούν πινακίδες. Εκτός βεβαίως από τα δύο πρώτα… «που ήταν δικά του». Ενας οδηγός τρέχει προς το αυτοκίνητό του προκειμένου να σταματήσει το… κακό. «Φεύγω» τους λέει, «μην μου παίρνετε τις πινακίδες» συμπληρώνει. Οι αδέκαστοι Δημοτικοί θεματοφύλακες τού τονίζουν: «Ήδη η παράβασή σας έχει καταγραφεί. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα». Φανερά εκνευρισμένος τους ερωτά: «Γιατί δεν αφαιρείτε τις πινακίδες και από τα αυτοκίνητα που είναι παρκαρισμένα στα πεζοδρόμια…». Η απάντησή τους; «Αφήστε μας κύριε να κάνουμε τη δουλειά μας. Αν θέλετε μπορείτε να κάνετε ένσταση…».

Λίγα μέτρα πιο μακριά μια ομάδα νεαρών ρυπαίνει τους τοίχους της πρωτεύουσας γράφοντας με σπρέι σεξιστικού περιεχομένου ποδοσφαιρικά συνθήματα, βάζοντας κι αυτοί με τη σειρά τους άλλη μια πινελιά στην υποβάθμιση της Αθήνας.

Οι Δημοτικοί αποχωρούν και ένα αεράκι που φυσάει φέρνει στην ατμόσφαιρα την έντονη δυσοσμία από τις στοίβες των συσσωρευμένων σκουπιδιών που πνίγουν το πάλαι ποτέ κλεινόν άστυ – αλλά και όλη την Ελλάδα… Κοιτάω αποσβολωμένος. Προσπαθώ να καταλάβω ποια δυσωδία με ενοχλεί περισσότερο. Αυτή των σκουπιδιών ή αυτών που βλέπουν τα μάτια μου. Ναρκωτικά, πορνεία, μαστροπεία, διαρρήξεις, παραβατικότητα κάθε λογής και επιλεκτική αντιμετώπισή της. Ενας κόσμος που κινείται «κάτω από τη γέφυρα» δίπλα σ’ έναν άλλο, ενώνεται και αυτοσυντηρείται… Κλεφτρόνια, πρεζόνια, έμποροι ναρκωτικών και σάρκας, παρκαδόροι, κάθε λογής φτωχοδιάβολοι συναλλάσσονται υπό τα απαθή βλέμματα της Δημοτικής Αστυνομίας… Η Αθήνα πραγματικά στο έλεος. Η παρακμή της, συνέπεια και της ατέρμονης οικονομικής κρίσης, καλά κρατεί.

Αυτές τις καταστάσεις βιώνουν σε καθημερινή βάση οι κάτοικοί της αλλά και οι επισκέπτες της, που συνεχώς λιγοστεύουν. Γειτονιές υποβαθμισμένες, γειτονιές «άβατα» αργοπεθαίνουν κάθε μέρα, κάθε λεπτό, κάθε στιγμή στον βωμό της αναλγησίας, κρατικής και δημοτικής. Οι τουρίστες την επισκέπτονται μόνο για να δουν τον Παρθενώνα και το νέο Μουσείο της Ακρόπολης, μετά περνούν από την Πλάκα και το Μοναστηράκι και μετά… Μετά την εγκαταλείπουν. Ρυπαρή, γεμάτη γκράφιτι και σπασμένα αγάλματα δεν συγκινεί κανέναν. Αναχωρούν εσπευσμένα για τα νησιά μας, ενώ η Αθήνα, πάλαι ποτέ “Διαμαντόπετρα στης Γης το δαχτυλίδι“, τους αποχαιρετά σιωπηλή με ένα δάκρυ να κυλάει απ’ τα μάτια της, αναλογιζόμενη πότε επιτέλους θα σταματήσει η παρακμή της…

Απάντηση