Τύπος Πειραιώς - Ενημέρωση

Πώς μειώνεται το εργασιακό κόστος χωρίς μείωση μισθών

Αποψη/Θεμα στις 23/10/2020

Δίχως να θίγεται το εισόδημα των εργαζομένων και χωρίς να προκαλούνται αντικίνητρα

Δημήτρης Μάρδας* |> Αν θέλουμε να διώξουμε ακόμη ένα μέρος των νέων Ελλήνων στο εξωτερικό -και δεν αναφερόμαστε μόνο στους επιστήμονες-, ας εφαρμόσουμε τα όσα υποστηρίζονται περί μειώσεων των μισθών σε εκθέσεις-εισηγήσεις όμοιες των αντιλήψεων που άρχισαν να κυκλοφορούν στα τέλη του 18ου αιώνα.

Σημειώνεται βέβαια ότι ο ευφυέστατος κλασικός οικονομολόγος David Ricardo (1817) υποστήριξε το εξής: Η ανταγωνιστικότητα δεν κερδίζεται με τους χαμηλούς μισθούς αλλά με την υψηλή παραγωγικότητα εργασίας και τις διαφορετικές τεχνικές. Χρησιμοποιήθηκε ο όρος «τεχνική» τότε, γιατί ο όρος τεχνολογία ήταν άγνωστος!

Διαφήμιση για την υποστήριξη της σελίδας

Υπάρχουν άλλοι τρόποι μείωσης του εργασιακού κόστους, χωρίς να θίγεται το εισόδημα των εργαζομένων και χωρίς να προκαλούνται αντικίνητρα, με συνέπεια την έξοδο από τη χώρα των νέων, που ελπίζουν σε έναν καλύτερο μισθό ως αποτέλεσμα των δεξιοτήτων τους.

Μια λύση θα μπορούσε να ήταν η ακόλουθη: Ο ορισμός ενός ανώτατου πλαφόν καταβολής εισφορών (στον ΕΦΚΑ) εκ μέρους του εργαζόμενου και της επιχείρησης, το οποίο θα αντιστοιχεί σε ακαθάριστο μισθό της τάξης των 1.500 ή των 2.000 ευρώ, άσχετα από τον μισθό (τον υψηλότερο) που θα καταβάλλεται. (βλ. αναλυτικότερα ΕΔΩ),

Η νέα κρίση που ζει η χώρα μας θέτει ιδιαίτερα φωναχτά πια το θέμα της αμφισβήτησης των στρατηγικών επιλογών δεκαετιών, με θέμα την εξειδίκευση της οικονομίας. Αναδεικνύει με απρόβλεπτα δραματικό τρόπο για πολλούς -όχι όμως για όλους- τις στρεβλώσεις της.

Οι Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία, Τουρκία και Ισραήλ, χώρες ανταγωνιστικές της Ελλάδας στον τουρισμό, έκτισαν παράλληλα και ισχυρή βιομηχανία. Επίσης, πλην των ανωτέρω κρατών, χώρες όπως η Ιρλανδία, η N. Κορέα και κράτη της πρώην Ανατολικής Ευρώπης οικοδόμησαν μια βιομηχανία που στηρίχθηκε στην υψηλή τεχνολογία, με έμφαση τα προϊόντα της ηλεκτρομηχανικής. Ορισμένες έδωσαν προσοχή στην πολεμική βιομηχανία, κτίζοντας γύρω της, πόλους τεχνολογίας, που με τη σειρά τους ενδυνάμωσαν το σύνολο της μεταποίησης.

Ουδέποτε οι κυβερνήσεις μας έδωσαν προσοχή στις προβλέψεις εκείνες που έδειχναν την κατάρρευση της βιομηχανίας, ή της εξόδου ξένων επενδύσεων από την Ελλάδα (βλ. ενδεικτικά, μελέτη Mardas, Varsakelis “The Impact of the Internal Market by industrial sector – Greece”, European Economy, 1990). Αντί αυτού, ενισχύθηκε μια εν πολλοίς κρατικοδίαιτη βιομηχανία ή με ακατάλληλη εξειδίκευση, η οποία κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος με το άνοιγμα των συνόρων στο διεθνές εμπόριο. Κρατήθηκε όμως στα πόδια της γερά ένα τμήμα της, που διαπρέπει και στις διεθνείς αγορές παρά τα προβλήματα που προκάλεσε η κρίση της πρόσφατης δεκαετίας.

Παρόμοιες χώρες της ΕΕ του μεγέθους ή μικρότερου της Ελλάδας (Ιρλανδία, Πορτογαλία κ.ά.) δεν υπέστησαν τα όσα βίωσε η χώρα μας. Επέλεξαν το μονοπάτι της εξωστρέφειας, αξιοποιώντας υπέρ της βιομηχανίας τους τα κοινοτικά κονδύλια.

Η λύση είναι -και ποτέ δεν είναι αργά- ένα σύνθετο σύστημα κανόνων και κινήτρων, που θα ενισχύσουν ταυτόχρονα την επενδυτική δραστηριότητα και την εξωστρέφεια στη βιομηχανία και γεωργία. (Βλ. αναλυτικότερα προτεινόμενα μέτρα υπέρ της εξωστρέφειας ΕΔΩ}.

Επίσης, για να καλύψουμε το κενό των 130 δισ. ευρώ επενδύσεων της επόμενης επταετίας, έχουμε ανάγκη από μεγάλες επενδύσεις σε εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, με σημεία αναφοράς συχνά δύο ή περισσότερους τομείς της οικονομίας -π.χ. κατασκευή τουριστικού χωριού που εξυπηρετεί συγκεκριμένο σκοπό (Βλ. ενδεικτικά ΕΔΩσελ. 12-14). Ακόμη, μια πολιτική υπέρ των startups οφείλει να οδηγεί στην ανάπτυξη της παραγωγής των αγαθών και υπηρεσιών που δημιουργούν οι εν λόγω εταιρείες εντός της χώρας.

Τέλος, έχοντας υπ’ όψιν τα δύο μεγάλα λιμάνια της χώρας και τον ρόλο που παίζουν, η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει ένας χώρος συναρμολόγησης ενδιάμεσων προϊόντων, που θα οδηγούσαν στην εξαγωγή τελικών προϊόντων προς τα Βαλκάνια και την Ευρώπη.

Για όλα αυτά όμως πρέπει να απαλλαγούμε από τη λατρεία του μικρού και του μετρίου, να πάψουμε να τρομάζουμε στο άκουσμα παραγωγικών επενδύσεων μεγάλων προϋπολογισμών που ξεφεύγουν από τα τετριμμένα και να σταματήσουμε να βαπτίζουμε τον τουρισμό της καλοκαιρινής περιόδου ως τη βαριά βιομηχανία της χώρας!

Τόσο η οικονομική θεωρία όσο και η ίδια η ζωή με τα παραδείγματα που δίνει, οδηγούν σε ένα συμπέρασμα: Αν πράγματι θέλουμε να αναπτύξουμε τη βιομηχανία, δημιουργώντας δυναμικά συγκριτικά πλεονεκτήματα με νέα προϊόντα και νέες μεθόδους παραγωγής, τότε μπορούμε. Κλάδοι προτεραιότητας θα μπορούσαν να είναι η αεροναυπηγική, η πολεμική βιομηχανία και τα logistics. Οι δυο πρώτοι κλάδοι, που είχαν και παρελθόν στη χώρα, θα ενισχύσουν την ηλεκτρομηχανική, ενώ ο τελευταίος θα συμπληρώσει τη δυναμική που οφείλεται στα δύο λιμάνια της χώρας.

Αρκεί να διορθώσουμε ό,τι εξακολουθεί να συντηρεί, με την ανοχή των κυβερνήσεων, ένα μη φιλικό επιχειρηματικό περιβάλλον (βλ. Global Competitiveness Report), εξέλιξη που θα προκαλέσει την προσοχή του υγειούς επενδυτικού κοινού). Πλέον των εκατό παραγόντων συντηρούν το μη φιλικό επιχειρηματικό περιβάλλον που διαπερνά τη χώρα. Και φυσικά η κατάσταση αυτή δεν θεραπεύεται με τις πολιτικές υπέρ των χαμηλών μισθών!

Κλείνοντας σημειώνεται ότι το προσφερόμενο τουριστικό προϊόν, δωδεκάμηνης διάρκειας και όχι εξάμηνης, είναι επιβεβλημένο να εμπλουτιστεί με νέες δράσεις, ακολουθώντας άλλη ρότα, που θα πατά σε πιο καινοτόμες βάσεις, προσφέροντας στους επισκέπτες της χώρας μας κάτι διαφορετικό από ό,τι οι ανταγωνιστές μας. (βλ. ΕΔΩ).

(*Ο κ. Δημ. Μάρδας, είναι καθηγητής Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ, π. αν. υπουργός Οικονομικών και π. υφυπουργός Εξωτερικών

Απάντηση