Τύπος Πειραιώς - Ενημέρωση

Ελύτης, Σεφέρης και Ρίτσος “απαντούν” σε όσους λένε ότι θα… το έχουμε ξεχάσει σε δέκα χρόνια!

ΕΛΛΑΔΑ στις 21/01/2018

Το “θυμίζει” ο Καπράνος

|> Μία ανάρτηση για το “Μακεδονικό” και πώς αντιμετωπίζεται, αλά και λόγω της ημέρας του συλλαλητηρίου στη Θεσσαλονίκη, έκανε ο συνάδελφος Δημήτρης Καπράνος στο f/b με τίτλο “Καλημέρα. Εσείς θα το έχετε ξεχάσει σε δέκα χρόνια;” και αντιγράφεται… ως έπεται! Γράφει:

Επειδή κάποιοι νομίζουν ότι επειδή πέθανε ο Ρίτσος, τον ξεχάσαμε:”Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις, εκεί που πάει να σκύψει/ Με το σουγιά στο κόκκαλο, με το λουρί στο σβέρκο./ Νάτη πετιέται απο ξαρχής κι αντριεύει και θεριεύει/ και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου…“.

Διαφήμιση για την υποστήριξη της σελίδας

Κι ακόμα: “Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,/αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,/ αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο, /αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.“. 

Επειδή κάποιοι νομίζουν ότι επειδή ο Ελύτης δεν ζει πια, λησμονήσαμε: “Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή/ Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης/O Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο/ Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα/ Kάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ/ Στο θάνατο ―κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει./ Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι ήβρε το θάρρος/ Kαταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιο/Kιάλια, τηλέμετρα, όλμοι, κέρωσαν!“… 

Κι ακόμα:” Όμορφη και παράξενη πατρίδα/ ω σαν αυτή που μου `λαχε δεν είδα / Ρίχνει να πιάσει ψάρια πιάνει φτερωτά / στήνει στην γη καράβι κήπο στα νερά/ κλαίει φιλεί το χώμα ξενιτεύεται/ μένει στους πέντε δρόμους αντρειεύεται / Κάνει να πάρει πέτρα την επαρατά/ κάνει να τη σκαλίσει βγάνει θάματα / μπαίνει σ’ ένα βαρκάκι πιάνει ωκεανούς/ ξεσηκωμούς γυρεύει θέλει τύραννους“.

Επειδή κάποιοι νομίζουν ότι επειδή δεν υπάρχει στην ζωή ο Σεφέρης, εμείς δεν τον ακούμε πια :”Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός, ὅλο βουνὰ ποὺ ἔχουν σκεπὴ τὸ χαμηλὸ οὐρανὸ μέρα καὶ νύχτα./ Δὲν ἔχουμε ποτάμια δὲν ἔχουμε πηγάδια δὲν ἔχουμε πηγὲς μονάχα λίγες στέρνες, ἄδειες κι᾿ αὐτές, /ποὺ ἠχοῦν καὶ ποὺ τὶς προσκυνοῦμε./ Ἦχος στεκάμενος κούφιος, ἴδιος με τὴ μοναξιά μας ἴδιος με τὴν ἀγάπη μας,ἴδιος με τὰ σώματά μας./ Μᾶς φαίνεται παράξενο ποὺ κάποτε μπορέσαμε νὰ χτίσουμε τὰ σπίτια τὰ καλύβια καὶ τὶς στάνες μας./ Κι᾿ οἱ γάμοι μας, τὰ δροσερὰ στεφάνια καὶ τὰ δάχτυλα γίνουνται αἰνίγματα ἀνεξήγητα γιὰ τὴ ψυχή μας. Πῶς γεννήθηκαν πῶς δυναμώσανε τὰ παιδιά μας;“.

Σε δέκα χρόνια, κανείς δεν θα έχει ξεχάσει τίποτα!

Απάντηση