Τύπος Πειραιώς - Ενημέρωση

Εκεί μπαινοβγαίνει η Ελπίδα, αγκαλιά με την Προοπτική…

Flash στις 13/02/2020

Επικλίνια ουσιώδη / επουσιώδη: Πού φωλιάζει το Ουσιώδες και πού πεισμώνει το Επουσιώδες;

Αλέξανδρος Αρδαβάνης* |> Στο όνειρο έμπαινα σε διαπραγμάτευση για να πάρω κάποιες μετοχές της ΔΕΗ που γινόταν ιδιωτική. Κρατώντας τα μετρητά σε ένα τσαντάκι και περιμένοντας τη σειρά μου. Πώς βρέθηκα εκεί και πώς έβαλα τον ψηλό και καταφερτζή καρδιολόγο του νοσοκομείου να χειρίζεται τις μετοχές; Από πού είχα ανασύρει τον προ δεκαετίας θανόντα πεθερό μου, τραπεζικό υπάλληλο, ως καθοδηγητή στο εγχείρημα; Αυτή η τουαλέττα της συνείδησης παίζει βρόμικα ζάρια με την ψυχοαρτιμέλειά μου…

Και να σου ο Μολδάβας εισβάλλει στο ονειροπέδιο. Του Σμέτανα η μουσική στο κινητό, όχι το ποτάμι αυτοπροσώπως που όλα του τα νερά δύσκολα θα ξέπλεναν τα κρίματα του νου μου. Στο ακουστικό η ειδικευόμενη από το νοσοκομείο, κάτι θέλει να μου ανακοινώσει, κάτι κακό και διστάζει.

Διαφήμιση για την υποστήριξη της σελίδας

Το προηγούμενο βράδυ η Βάσω, η γλυκύτατη σαραντάρα που αν…αν…αν…θα ήμουν ευτυχής να έριχνε πάνω μου έστω κι ένα ερωτικό βλέμμα, με ρωτάει κοιτώντας με λοξά: -…πότε; -Πότε, τι; -Πότε, θα βγω; -Όταν, μάτια μου, ξεμπερδέψουμε απ’ όλα τούτα… Απαντάω δείχνοντας και κραδαίνοντας και κουνώντας τα σωληνάκια που βάζουν ή βγάζουν από το σώμα της τα «υγρά», αυτά που δεν ξέρουμε κάποια στιγμή ποιο κάνει τι και γιατί, καθώς έχουν γίνει ένα κουβάρι στο μυαλό μας οι στόχοι.

Στόχοι της θεραπείας -ίαση, παράταση, παρηγόρηση, ανακούφιση, τέλος ανώδυνο και άλλα εξωπραγματικά. Στόχοι: μια έννοια τόσο ακριβής και τόσο αόριστη για μας τους διαχειριστές της Εξόδου (επιμένω: Έξοδος όχι Μετάβαση, Τέλος όχι Ταξείδι-δικαίωμά μου να μην ελπίζω μετά από τόσες παύσεις βίωναν επίστρεπτες που έχω ζήσει). Στόχοι θεραπείας: αυτό που οι άλλοι που πολεμούν για τα επουσιώδη της ζωής –χωρίς βέβαια να συνειδητοποιούν πόσο είναι επουσιώδη όσο κι αν λένε το βαριά κοινότοπο «υγεία πρώτα απ’ όλα, άμα έχεις αυτό όλα τ’ άλλα έρχονται…».

Απαντώ χωρίς να την κοιτάζω στα μάτια. Κοιτώ αμήχανα τα αμέτρητα σωληνάκια που έχουν κάνει κόσκινο το όμορφο ακόμα, κατάκοιτο πια κορμί, κοιτώ τα πρηξίματα. Ύστερα γυρίζω και την βλέπω καθώς μονολογεί δηλαδή ποτέ… Έχει ένα «μοχθηρό» βλέμμα, όχι δεν είναι μοχθηρό, η φυσιογνωμία της έχει αλλάξει με τα ρουφηγμένα μάγουλα, τα ατροφικά χείλη. Όχι βέβαια δεν είναι μοχθηρό, είναι η αλαζονική αυτοπεποίθηση του επιθάνατου, πως τίποτε δεν μπορεί να ανατρέψει την πορεία του προς τα «εκεί». Μοχθηρία: πώς έφτασε ο Μόχθος να σημαίνει Κακία; Πρέπει να ξανακοιτάξω αυτήν την έτσι κι αλλιώς παρεξηγημένη λέξη∙ γραμματολογικά και Νοηματικά.

Πάντως το τηλέφωνο της ειδικευόμενης ήταν για κάποιον άλλον απελθόντα… τι να γράψω στο πιστοποιητικό; Λοιπόν, σήμερα φτάνοντας στο νοσοκομείο θα ξεκινήσω όχι από τους ορόφους με τους ληξιπρόθεσμους αλλά από τη Βραχεία Νοσηλεία.

Εκεί μπαινοβγαίνει η Ελπίδα, αγκαλιά με την Προοπτική. Όσοι ακόμα έχουν τη βάδιση και συνήθως αρκετή αυτονομία, και ακόμα περισσότεροι οι περαστικοί από το νοσοκομείο για να διασφαλίσουν ένα αίσιο αύριο χωρίς ξανά υποτροπή.

Σήμερα θα ξεκινήσω με ένα λουτρό προοπτικής και ελπίδας (ας λέει ο Νερούδα πως χρειαζόμαστε όλοι πού και πού ένα λουτρό τάφου).

Έξω εκεί ο κόσμος παλεύει μόνος του καθένας, κάποιες στιγμές ενώνοντας τη φωνή του με των άλλων τις «αγανακτισμένες» φωνές, να φωνάξουν για τα Ουσιώδη –τροφή, στέγη, ελευθερία…

Έξω εκεί ημέρες λαϊκής έξαρσης, ένας θολός αντιμνημονιακός αγώνας, δακρυγόνα, πέτρες, η Ζωή συγκρούεται με τους ανιστόρητους Εχθρούς της. Εκεί που εγώ δεν τολμώ να πάω να αναμειχθώ με το πανίσχυρο πλήθος∙ από αγοραφοβία ή τον φόβο του ξεβολέματος.

Έξω εκεί οι άνθρωποι που θα αφήσουν κάποια στιγμή τον αγώνα για το δίκιο, την ισότητα και όλα αυτά τα υψηλά και θα μπουν ξανά στα αυτοκίνητα, το κάθε όχημα εγωισμού και προβολής για να κυνηγήσουν την όποια ατομική τους επιβίωση, τη διατήρηση του εγώ τους, στενότερου ή διεσταλμένου …περίλυπο το σύμπαν και όλοι οι λαοί ηττημένοι ψιθυρίζει εν αυτοσυνειδησία ο Βύρων και οχυρώνομαι πίσω από αυτόν τον ψίθυρο.

Έξω εκεί είναι και τα κορίτσια με τα όμορφα πόδια που προβάλλουν ξαφνικά μπροστά σου στο φανάρι και σε κάνουν να χτυποκαρδάς, τα ρωμαλέα παλικαράκια με το αδιάφορο τάχα βλέμμα και τη λεβέντικη περπατησιά επιζητώντας το βλέμμα θαυμασμού των κοριτσιών.

Είναι καλοκαίρι και η τρέλα των μισόγυμνων σωμάτων στο φόρτε της, η παράδοξη στα γερασμένα μάτια μας, η επίμονη ανεμελιά που αντιστέκεται παθιασμένα σε κάθε κατήφεια. Έξω εκεί η Ζωή. Η Ουσία. Μέσα μου η Απουσία, τόσες εγκατεστημένες ή επικείμενες απουσίες. Όπως του γιου μου που ετοιμάζεται να ξενιτευτεί για σπουδές και κάνει το τραγούδι της Καραΐνδρου να με κυνηγάει κάτι μέρες “μπορεί και να ‘ναι από τον καπνό… τα βουρκωμένα μάτια μου… κι όχι από σένα μάτια μου που άνοιξες πανιά“… Τα Ουσιώδη και τα Επουσιώδη… Πού φωλιάζει το Ουσιώδες και πού πεισμώνει το Επουσιώδες;

Υ/Γ: Η αλήθεια είναι πως από έφηβος ντρεπόμουν για την αδυναμία μου να μπω στα μεγάλα ρεύματα του καιρού μου και συνήθως εύρισκα ένα καταφύγιο, μια δικαιολογία στην εσωστρέφειά μου∙ έτσι και τώρα οχυρώνομαι πίσω από τις καθημερινές μου μάχες με τον θάνατο και την οδύνη ενώ η καρδιά μου φτερουγίζει για κει, για το άλλο πεδίο, το πεδίο όπου μόνο όσοι είναι ή μένουν νέοι κατεβαίνουν. Εμένα μόνο η αποστροφή «νέος είσαι όσο μπορείς να μαθαίνεις καινούργια πράγματα» μου έχει πια απομείνει.

(*Ο δρ. Αλ. Αρδαβάνης είναι ιατρός ογκολόγος διευθυντής στο αντικαρκινικό νοσοκομείο “Άγιος Σάββας”

Απάντηση