Τύπος Πειραιώς - Ενημέρωση

Η Λίτσα της διπλανής πόρτας και η… γαριδομακαρονάδα!

Flash στις 26/08/2020

Ένα κείμενο που λέει “πολλά” – Κρίνει και κατακρίνει με χιούμορ καταστάσεις των ημερών μας…

Τ/Π |> Υπάρχουν μερικά κείμενα που –αν δεν έχεις την εντύπωση ότι είσαι ο… καλύτερος γραφιάς– τα ξαναδιαβάζεις ή τα αναμεταδίδεις! Έτσι και ο Τ/Π δεν κρατήθηκε διαβάζοντας ένα κείμενο στην ιστοσελίδα του “Πιτσιρίκου” με τον τίτλο “Γαριδομακαρονάδα για την Λίτσα” και Γ.Κ. στη θέση της υπογραφής. Δημοσιεύεται μέρος αυτού του χιουμοριστικού κειμένου το οποίο είναι σαφέστατα κοινωνικό και καλογραμμένο! Διαβάζουμε:

Ήταν η δημόσια ανάρτηση, ενός άγνωστου σε μένα προσώπου, την οποία κοινοποίησε «φίλη» -φιλελές μέχρι τα μπούνια- που με έκανε να κάτσω και να στρωθώ για να προτείνω στην Λίτσα, πώς να φτιάξει με δικά της υλικά γαριδομακαρονάδα.

Διαφήμιση για την υποστήριξη της σελίδας

Και να μη χρειάζεται να σπαταλήσει τέσσερα μεροκάματά της για να την απολαύσει σε beach bar της Μυκόνου- όπως γράφει η ανάρτηση- εν μέσω κορωνοϊού.

Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ανθρώπου που σκαρφίστηκε το παραδειγματικό story, η «Λίτσα» -που το ημερομίσθιο της είναι 25 €- πήγε στην Μύκονο για να φάει μακαρονάδα των εκατό ευρώ, και να διασκεδάσει σε beach party κολλημένη σε άλλους πεντακόσιους.

Έγινε άθελά της ασυμπτωματικός φορέας και μετέδωσε τον ιό σε άλλους στην δουλειά της.

Επειδή υπάρχουν -κατά τον γραφιά- πολλές Λίτσες, η πολιτεία αναγκάστηκε να επιβάλει lockdown και σαν επακόλουθο του lockdown επιχειρήσεις έκλεισαν επ’ αόριστον.

Αποτέλεσμα των αλυσιδωτών αυτών συνεπειών ήταν να κλείσει μεταξύ άλλων και η επιχείρηση της «Λίτσας», η «Λίτσα» να χάσει τα 25 € και στο φινάλε το άμυαλο κορίτσι να διαμαρτύρεται για το ανάλγητο κράτος.

Επειδή σοβαροί άνθρωποι είναι δυνατόν να αναρωτηθούν, αν υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν τέτοιες βλακείες και βλάκες που αναπαράγουν ένα γελοίο κείμενο, θα πειστείτε ότι υπάρχουν, εάν διαβάσετε το ίδιο το κείμενο.

Βέβαια, για να πούμε και του βλάκα -που πιστεύει τέτοιες ιστορίες- το δίκιο, παρόμοια λογική χαρακτηρίζει και τις κυβερνητικές ανακοινώσεις ή τις αναρτήσεις φανατικών βουλευτών, και για το μπάχαλο με τα κρούσματα ρίχνουν την ευθύνη αποκλειστικά στους νέους.

Για να βάλουμε τα πράγματα στη σωστή διάστασή τους, δεν είναι κατ’ ανάγκη μειωμένης πνευματικής στάθμης ο συντάκτης μιας καλά δομημένης γραμματικά και χωρίς ορθογραφικά λάθη ανάρτησης, εφόσον σκοπός του είναι η πυροδότηση του κοινωνικού αυτοματισμού.

Ιστορίες, σαν αυτήν της «Λίτσας», φτιάχνονται συνήθως από παρακυβερνητικά πρόσωπα, επιστήμονες της λαϊκής προπαγάνδας.

Η ταξική διαφοροποίηση στην ευθύνη μετάδοσης του ιού και τις συνεπαγόμενες άμεσα οικονομικές επιπτώσεις επιτυγχάνεται με την χρήση του ονόματος «Λίτσα», την ιδιότητα της χαμηλόμισθης υπαλλήλου και την επιθυμία της διείσδυσης ενός λαϊκού κοριτσιού στο άβατο της διασκέδασης μιας ανώτερης οικονομικής τάξης.

Το κορίτσι που τόλμησε να πάει στη Μύκονο, δεν είναι καμία Μυρτώ ή Ιόλη, high flyer σε πολυεθνική, απόφοιτος του Cambridge ή κάποια influencer.

Είναι μια άμυαλη υπάλληλος των 25 €, που δουλεύει δεκάωρο όρθια σε κάποιο Jumbo η super market, και, αντί να πάει στο Αλεποχώρι, επέλεξε το νησί που προορίζεται για Άραβες, celebrities της Trash TV και βίζιτες πολυτελείας.

Η μοίρα της «Λίτσας» δεν πρέπει να της επιφυλάξει το δικαίωμα να γευτεί -έστω και μια φορά στη ζωή της- γαριδομακαρονάδα.

Η «Λίτσα» δεν δικαιούται να ξοδέψει, από τα λεφτά που έχει βγάλει, εκατό ευρώ για μια μακαρονάδα, έστω για να κάνει μια φορά στη ζωή της το κομμάτι της, όπως δικαιούται κατ’ εξακολούθηση ένας καταχραστής, ένας απατεώνας ή ένας σεσημασμένος φοροφυγάς.

Η προπαγάνδα, λοιπόν, φέρνει καλύτερα αποτελέσματα σε μια χειραγωγημένη από τα ΜΜΕ μάζα, εάν υπάρχουν στοιχεία λαϊκισμού και εκφέρεται με απλές και σύντομες προτάσεις.

Η «Λίτσα» –που με 25 € την ημέρα είναι αδύνατον να πλησιάσει beach bar της Μυκόνου-είναι το κορίτσι της διπλανής μας πόρτας και πρέπει να στοχοποιηθεί στους νοικοκυραίους.

Η «Λίτσα» είναι το κυβερνητικό υποκείμενο της έλλειψης ατομικής ευθύνης.

Ο φασίστας στο μυαλό άνθρωπος εξοργίζεται περισσότερο εάν διαβάζει ιστορίες για νέους που τολμούν -έστω και κατά τη φαντασία ενός κυβερνητικού troll – να ξεφύγουν από την μιζέρια που ζουν οι ίδιοι.

Πες-πες, δεν είναι δύσκολο να πιστέψει ότι για την ανεργία, που θα κτυπήσει σύντομα την πόρτα του, θα φταίει η «Λίτσα».

Όπως έφταιγαν παλιότερα οι Αλβανοί, οι Πακιστανοί και οι μετανάστες.

Τον νοικοκυραίο, τον ακροδεξιό ή τον φιλελέ -τα ίδια αντανακλαστικά κοινωνικού αυτοματισμού κουβαλούν και οι τρείς αυτές ράτσες- στους οποίους απευθύνεται αυτός που έκανε την ανάρτηση, δεν τον ενδιαφέρουν τα πάρτι με την είσοδο των χιλίων ευρώ και την ελεύθερη διακίνηση κόκας.

Ο εγκέφαλος ανεγκέφαλου ανθρώπου αδυνατεί να συσχετίσει την κρατική ευθύνη της ανοχής ή και της ενθάρρυνσης παράνομων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων -όπως αυτό της εκμίσθωσης ιδιωτικών κατοικιών για υπεράριθμες συγκεντρώσεις διασκέδασης- αδιαφορεί για την χρήση ναρκωτικών -εφόσον δεν αφορούν τα παιδιά του- και αγνοεί ότι η έλλειψη υποδομών δημόσιας υγείας για την αντιμετώπιση της αύξησης των κρουσμάτων είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την κατάρρευση της οικονομίας σε εποχές πανδημίας.

Σε όλα αυτά τα φασιστοειδή, τους αρέσει να παίρνουν μάτι -μέσα από sites που πλασάρουν πουτάvες πολυτελείας- μοντέλες ή τηλεπαρουσιάστριες στις ξαπλώστρες της Ψαρρού, αλλά θα ζοχαδιαστεί αν μάθει ότι το κορίτσι του από κάτω ορόφου της πολυκατοικίας του πήγε στην Μύκονο.

Πουταvάκι θα την ανεβάσει, πουταvάκι θα την κατεβάσει.

Το κορίτσι αυτό θα ανέβει στην υπόληψή του, αν είναι καμία αδίσταχτη ή καπάτσα και κάνει καριέρα στην τηλεόραση η το modeling, παντρευτεί κανένα λεφτά και μετακομίσει σε ακριβό προάστιο.

Ξέρει αυτός που έκανε την ανάρτηση ότι η «Λίτσα» των 25 € με τον φίλο της, τον ψυκτικό από το Περιστέρι, δεν μπορεί να περάσει την πόρτα κανενός beach bar.

Οι μπράβοι- συνήθως λαϊκά παιδιά και αυτά, εκπαιδευμένα σε συνοικιακά γυμναστήρια – ξέρουν να ξεχωρίζουν αυτούς με τους οποίους έζησαν στις ίδιες γειτονιές. Κόβουν φάτσες και ντυσίματα και καταλαβαίνουν ότι πρόκειται για πλέμπα. Τους πετάνε έξω με το πού πλησιάζουν την είσοδο του μαγαζιού.

Μια εργαζόμενη κοπέλα -εάν δεν έχει την πουταvιά στο αίμα της- δεν έχει το τσαγανό να κολλητωθεί δίπλα σε κάποιο πλούσιο και να εισχωρήσει σε privé party.

Η «Λίτσα» που εργάζεται σε εργολαβικό τηλεφωνικό κέντρο, σε μικρομάγαζο ή σε λογιστήριο εταιρείας, δεν είναι καμία βίζιτα να την βγάζει στο τζάμπα.

Η «Λίτσα», αν πήγαινε στη Μύκονο, θα ήθελε σαράντα ευρώ για μια φτηνή ξαπλώστρα και είκοσι ευρώ για ένα mojito. Και αν την έβγαζε με 2 σουβλάκια, θα ήθελε άλλα δεκαπέντε ευρώ.

Ο συντάκτης γνωρίζει ότι η «Λίτσα» δεν μπορεί να πληρώσει αυτά τα χρήματα, αλλά ποσώς τον σκοτίζει αυτό. Εκείνο που θέλει να πετύχει είναι να στιγματίσει την Λίτσα σαν υπεύθυνη για αυτά που θα ακολουθήσουν στην μετακορωνοϊό εποχή.

Η «Λίτσα», λοιπόν, δεν είναι το κορίτσι της Μυκόνου.

Η «Λίτσα» θα πάει στη λαϊκή της Αλίμου και θα την βγάλει το βράδυ σε bar της Πετρούπολης με πέντε ευρώ.

H συνεχής, όμως, αναφορά του ονόματος της στην ανάρτηση, ένα μόνο σκοπό έχει.

Να καταφέρει, να πείσει τον φοβισμένο μικροαστό ότι η «Λίτσα» είναι η αιτία που οι επιχειρήσεις και τα μικρομάγαζα κλείνουν.

Το γεγονός ότι χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις, πριν καν έρθει ο κορωνοϊός, έκλειναν γιατί οι τράπεζες σταμάτησαν την χρηματοδότησή τους ή οι εκάστοτε κυβερνήσεις θεωρούσαν σαν επενδύσεις την επέκταση των μεγάλων εμπορικών αλυσίδων ή την ανέγερση Mall μέσα στις πόλεις, ο συντάκτης της ανάρτησης προφανώς και το αποκρύπτει.

> Η συνέχεια ΕΔΩ

Απάντηση