Τύπος Πειραιώς - Ενημέρωση

Μόνη επαφή με τη νιότη, έμεινε η μοτοσυκλέτα…

Flash στις 16/06/2019

Με μια βόλτα βλέπεις πτυχές του σήμερα και πιο πέρα η λεωφόρος των ονείρων με το ταξίδι του Τσε

Αλ. Αρδαβάνης* |> Στον αυτοκινητόδρομο με υψηλές ταχύτητες· στα πλάγια του οπτικού πεδίου περνάνε γρατζουνιές του τοπίου που, δευτερόλεπτα πριν, ήταν στο επίκεντρο των αμφιβληστροειδών, αυτών των ασύλληπτων μικροσκοπικών εργαλείων επαφής με το περιβάλλον.

Σκέφτομαι αναδρομικά το γύρω τοπίο που σχεδόν δε βλέπω, καθώς τρέχω ζαλισμένος από το μαστίγιο του αέρα· πεδιάδες που άκουσαν ξανά και ξανά τα ποδοβολητά πεζικάριων και ιππικού, την κλαγγή των μετάλλων, τους κρότους των πυροβόλων, τους ρόγχους των λαβωμένων, ποτίστηκαν με το αίμα τους, σκάφτηκαν από τις βόμβες. Χωράφια της ανθρώπινης μανίας για επικράτηση. Στους γύρω λόφους οι επιτελείς, ανέγγιχτοι της μάχης, αγρατσούνιστοι, άκαπνοι, ατσαλάκωτοι· έτοιμοι κάθε στιγμή για μιαν ακόμη μάχη -πάντα από τους λόφους.

Διαφήμιση για την υποστήριξη της σελίδας

Τρέχοντας πολύ με τη μηχανή, δε βλέπεις. Οι ανάγκες ισορροπίας επιβάλλουν συγκέντρωση της προσοχής στο θορυβώδες σύμπλεγμα μετάλλων, υδρογονανθράκων, σπινθήρων και εκρήξεων κάτω από τα σκέλια σου· σύσπαση των μυώνων να αντισταθείς στο ανελέητο κύμα αέρα που διαπερνάς καθώς σε διασχίζει ο χωροχρόνος· προσήλωση στον στόχο της μετακίνησής σου από το σημείο τάδε στο σημείο δείνα, ας μην υπάρχει κάποιες φορές τέτοιος στόχος -είναι μια εκδοχή ασύδοτης ελευθερίας να μετακινείσαι χωρίς σκοπό συγκεκριμένο…

Όμως ζαλίστηκα, τα χέρια μου έχουν μουδιάσει σφιγμένα στις μανέτες. Επιβραδύνω. Μπαίνω στον παράδρομο και από κει στην πόλη.

Δρόμοι κεντρικοί με τον ορυμαγδό των αυτοκινήτων, δρόμοι ημικεντρικοί με τους θορύβους της εμπορικής ζωής, την κουτοπονηριά και τον Δόλο της ανθρώπινης καθημερινότητας. Έχω μειώσει ταχύτητα και νιώθω πιο ασφαλής τώρα, πιο χαλαρωμένος. Συνεχίζω στα γύρω στενά, πάνω στη μηχανή πάντα. Παρατηρώ δεξιά αριστερά σπίτια και μικρές πολυκατοικίες.

Στα δρομάκια, ηλικιωμένοι συναντιούνται στο ψιλικατζίδικο, κουτσομπολεύουν, μανάδες βγάζουν μικρές τσιριξιές στα απείθαρχα παιδιά που παίζουν στα στενά πεζοδρόμια. Στα καφενεία κάποιοι απλώνουν την άεργη ανία ή την άνεργη απόγνωση πάνω στα τραπέζια, άλλοι κοιτάνε βαριεστημένα στις οθόνες ποδόσφαιρο ή μπάσκετ ενώ οι πιο τυχεροί οργανώνουν τις διακοπές του καλοκαιριού.

Έχω σχεδόν σταματήσει και η μηχανή γουργουρίζει ανυπόμονη ανάμεσα στα κουρασμένα πόδια μου. Μαντεύω μέσα στα διαμερίσματα την αόρατη εποποιία του νοικοκυριού, την καθημερινή λάντζα, το κόχλασμα της κατσαρόλας με την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο να κρατούν συντροφιά. Σβήνω τη μηχανή.

Έχει πέσει ησυχία μέχρι και στο πάντα τρικυμισμένο μυαλό μου. Μια φράση αναδύεται ξαφνικά: “Ο βαθμός της βραδύτητας είναι ευθέως ανάλογος με την ένταση της μνήμης. Ο βαθμός της ταχύτητας είναι ευθέως ανάλογος με την ένταση της λήθης“. Είναι Κούντερα και είναι ανατριχιαστικά εύστοχη αυτή τη στιγμή που ζω.

Πώς τα συνδέω όλα τούτα τα ασύνδετα;

Σπρωγμένοι οι άνθρωποι σε ολοένα μεγαλύτερες ταχύτητες, σπρωχνόμαστε στην αμνησία. Η πραγματική Ζωή λειοτριβείται από τους εκάστοτε επιτελείς που συγκεντρώνουν πλούτο και ισχύ στα θησαυροφυλάκιά τους, όμως επιμένει να πετάει κλωνιά και μπουμπούκια μέσα στις χαραμάδες της καθημερινότητας των αμέτρητων πολλών. Αυτοί όλοι εκεί ψηλά μάς βλέπουν σα μυρμήγκια -αν πατήσουν καμμιά πεντακοσαριά με τη μπότα δεν έγινε δα και τίποτε. Ξέρουν ότι άλλοι πιο ψηλά από αυτούς τους βλέπουν επίσης σα μυρμήγκια και πάει λέγοντας σε ανάντη και κατάντη φορά. Σήμερα καμπόσες οικογένειες θα βρεθούν ξαφνικά στο δρόμο. Αύριο κάποιες άλλες, μεθαύριο άλλες.

Ανεβοκατεβάσματα στο παραζαλισμένο σώμα της κοινωνίας, ολόκληρα κομμάτια, μέλη, όργανα θα αποσπαστούν ή θα τεθούν στην πυρά· όλα για την “υγεία” του συνόλου σώματος σε συνθήκες ταρίχευσης. Όλα αιφνιδιαστικά και βιαστικά, να μην προλάβει το σώμα να ανακαλέσει στη δράση την ανοσιακή μνήμη. Τα μέρη όργανα του σώματος θα τρέξουν πρώτα να κρυφτούν, ύστερα, καθώς οι κρυψώνες θα ανεπαρκούν, θα στραφούν το ένα εναντίον του άλλου, θα αλληλοσπαραχτούν· στην Ιατρική αυτό ονομάζεται αυτοανοσία και έχει όλα τα στοιχεία της επιταχυνόμενης λήθης, της συσκότισης του προσώπου του πραγματικού εχθρού. Είναι ο πολυπλόκαμος εμφύλιος πόλεμος.

Ακούω από λίγα χρόνια τις “αντικρατικές” κραυγές ανθρώπων που ψωμίζονται στον στίβο του ιδιωτικού τομέα. Μου αρέσει να παίζω· επιχειρώ ας πούμε διαρκείς αντιμεταθέσεις ρόλων κρατικοδίαιτων και ιδιωτικοδίαιτων και διαφορά δεν απορρέει, μόνο απελπιστική ομοιομορφία. Κοινός τόπος η αμοιβαία μοχθηρία ποτισμένη το νερό της αμνησίας. “Ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στην λήθη” επιμένει ο Κούντερα, κι εγώ συμπληρώνω: η αλληλοφαγωμάρα είναι το υπόδειγμα της λήθης και ο ισχυρότερος μοχλός της Εξουσίας που παραμένει πάντα μνησίκακη.

Αυτά με τη μηχανή και τις προεκτάσεις στην ταχύτητα και τη μνήμη.

Βάζω ξανά μπροστά και ξεκινώ για μια κοντινή διαδρομή· είμαι κουρασμένος και μάλλον μεγάλος για μακρινά ταξίδια. Όμως κάποτε ελπίζω πως θα πραγματοποιήσω με μηχανή τη διαδρομή του Τσε στη νότιο Αμερική. Αν καταφέρω να φτάσω στον πορθμό του Μαγγελάνου και τον παγετώνα της Παταγονίας. Ένα νεανικό σχέδιο, ένα μπάλωμα στη μνήμη. Και τα νεανικά όνειρα δεν πραγματώνονται ευτυχώς ποτέ.

(*Ο κ. Αλέξανδρος Αρδαβάνης είναι ιατρός ογκολόγος διευθυντής στο αντικαρκινικό νοσοκομείο “Άγιος Σάββας”.

Απάντηση