Τύπος Πειραιώς - Ενημέρωση

Πότε αποζημιώνεται ένα ΙΧ από ασφαλιστική εταιρεία

Κοινωνια στις 10/01/2020

Ο Άρειος Πάγος γνωμοδοτεί για ολοκληρωτική ή μερική επισκευή τρακαρισμένου οχήματος

asfalisinet.gr |> Ασφαλισμένος που το όχημά του έπαθε ζημιές από τρακάρισμα και ήταν δικαιούχος αποζημίωσης από ασφαλιστική εταιρία προχώρησε μόνος του  στην επισκευή του και στην συνέχεια διεκδίκησε αποζημίωση από την ασφαλιστική εταιρία.

Ωστόσο, η ασφαλιστική εταιρία έκρινε ότι η επισκευή του οχήματος ήταν οικονομικά ασύμφορη και αμφισβήτησε την διεκδίκηση της συνολικής αποζημίωσης για την επισκευή,  ασκώντας αναίρεση σε δικαστική απόφαση και δικαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο.

Διαφήμιση για την υποστήριξη της σελίδας

Το σκεπτικό της απόφασης δημοσιεύει η ιστοσελίδα dikastiko.gr επισημαίνοντας ότι:

Σύμφωνα με τους Ανώτατους Δικαστές σε περίπτωση ολοκληρωτικής βλάβης ή καταστροφής του οχήματος είναι οικονομικά ασύμφορη η αποκατάσταση. Συνεπώς,σε περίπτωση που ο ιδιοκτήτης του ζημιωθέντος οχήματος προχωρήσει στην επισκευή αυτού, τότε παραβαίνει το καθήκον του για περιορισμό της ζημίας του, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ.

Το σκεπτικό

Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό:

«Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ συνάγεται, ότι εκείνος που υπαιτίως και παρανόμως καταστρέφει εντελώς ξένο πράγμα υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος και ειδικότερα του ιδιοκτήτη, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει την ανόρθωση της θετικής ζημίας, αναγόμενης στην αντικειμενική αξία του πράγματος κατά το χρόνο της πρώτης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζητήσεως της αγωγής (Ολ.ΑΠ 23/2005), για το ορισμένο της οποίας αρκούν τα στοιχεία αυτά, εφόσον τα περιστατικά που προσδιορίζουν την αξία του πράγματος μπορούν να προκύπτουν και από τις αποδείξεις (ΑΠ 183/1991, 1046/2011).

Σε περίπτωση ολοκληρωτικής βλάβης ή καταστροφής του οχήματος, όπως συμβαίνει όταν είναι μεν τεχνικά δυνατή η αποκατάσταση των βλαβών, αλλά η αποκατάσταση αυτής θα απαιτήσει χρόνο και κυρίως, δαπάνες, των οποίων το ύψος είτε είναι ίσο, είτε υπερβαίνει το κόστος για την απόκτηση άλλου, ισάξιου με το ζημιωθέν, οχήματος, η αποκατάσταση αυτή είναι ασύμφορη οικονομικά. Έτσι, αν ο ιδιοκτήτης του ζημιωθέντος οχήματος προέβη στην επισκευή αυτού και η επισκευή αποδεικνύεται ότι ήταν οικονομικά ασύμφορη, αφού το ποσό που διατέθηκε ήταν σχεδόν ίσο με την αξία που το όχημα είχε πριν από τη σύγκρουση, ενώ συγχρόνως, μειώνεται ουσιωδώς η εμπορική αξία του οχήματος, τότε αυτός παραβαίνει το καθήκον του για περιορισμό της ζημίας του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, αφού σκοπός της αποζημίωσης, κατά την έννοια του άρθρου 297 ΑΚ, είναι να αποκαταστήσει τη ζημία που επήλθε και που παρουσιάζεται ως διαφορά της περιουσιακής κατάστασης σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία και όχι να οδηγήσει σε πλουτισμό, όπως συμβαίνει όταν το αιτούμενο ποσό υπερβαίνει την αξία του οχήματος.

Συνεπώς εάν η δαπάνη αυτή υπερβαίνει την αξία του αυτοκινήτου πριν από την βλάβη που επήλθε, θα μείνει τελικώς, κατά το υπερβάλλον, εις βάρος του ιδιοκτήτη (Κρητικός Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα εκδ. 1992, παρ. 787-788, ΑΠ 2060/1983). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί έφεσης της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, επί αγωγής του αναιρεσίβλητου για την καταβολή αποζημιώσεως προς αποκατάσταση των θετικών και αποθετικών ζημιών, καθώς και χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που περιγράφεται στην αγωγή του και που προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του G. C., μη διαδίκου εν προκειμένω, του οποίου το ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα για την έναντι τρίτων ευθύνη από την κυκλοφορία του, δέχθηκε, όπως από αυτή προκύπτει, ανελέγκτως, σε σχέση με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα, ως προς το ύψος του ποσού για το οποίο ευθύνεται η ασφαλιστική εταιρία έναντι του ζημιωθέντος προς αποκατάσταση των ζημιών του, τα εξής:

«…Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το αυτοκίνητο του ενάγοντος, μάρκας BMW έτους πρώτης κυκλοφορίας 1992, υπέστη σοβαρές ζημίες σ’ ολόκληρο το εμπρόσθιο τμήμα του για την αποκατάσταση των οποίων ο ενάγων δαπάνησε το συνολικό ποσό των 10.054,05 ευρώ…

Επομένως, ο ενάγων κατέβαλε για αγορά ανταλλακτικών και επισκευαστικές εργασίες συνολικά το ποσό των 10.054,05 (7.099,80 + 2.954,25) ευρώ. Επιπροσθέτως, ο ενάγων λόγω των ως άνω ζημιών του αυτοκινήτου του, της στενοχώριας που δοκίμασε στη θέαση της μερικής καταστροφής του και της ταλαιπωρίας που υπέστη για την επισκευή του, δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης, η οποία λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών που έλαβε χώρα η σύγκρουση, της έλλειψης πταίσματος αυτού, του είδους των ζημιών που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητό του και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, ανέρχεται στο ποσό των 200 ευρώ. Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, που προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναλαμβάνεται με την έφεση, ότι πρέπει να περιοριστεί η ευθύνη της για αποζημίωση από το τροχαίο, μέχρι του ποσού των 2.500,00 ευρώ διότι η αγοραστική αξία του οχήματος του ενάγοντος, ηλικίας 18 ετών, δεν ξεπερνά το ποσό αυτό, αλυσιτελώς προβάλλεται δηλονότι η εκκαλουμένη απόφαση σωστά εκτίμησε ότι η παλαιότητα του αυτοκινήτου αντισταθμίζεται με την αποκατάσταση των ζημιών που αυτό υπέστη με καινούρια ανταλλακτικά, ώστε δε μειώθηκε η αγοραστική αξία αυτού και ως εκ τούτου δεν επεδίκασε κανένα ποσό ως αποθετική ζημία, απορρίπτοντας το σχετικό αίτημα του ενάγοντος ως ουσιαστικά αβάσιμο».

Περαιτέρω από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ο ίδιος ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του ότι η αγοραστική αξία του οχήματός του πριν το ατύχημα ανερχόταν στο ποσό των 8.000 ευρώ.

Συνεπώς, εφόσον ο ιδιοκτήτης του ζημιωθέντος οχήματος προέβη στην επισκευή αυτού και η επισκευή αποδεικνύεται ότι ήταν οικονομικά ασύμφορη, αφού το ποσό που διατέθηκε ήταν μεγαλύτερο από την αξία που το όχημα είχε πριν από τη σύγκρουση, αυτός παρέβη το καθήκον του για περιορισμό της ζημίας του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, αφού σκοπός της αποζημίωσης, κατά την έννοια του άρθρου 297 ΑΚ, είναι να αποκαταστήσει τη ζημία που επήλθε και που παρουσιάζεται ως διαφορά της περιουσιακής κατάστασης σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία και όχι να οδηγήσει σε πλουτισμό, όπως συμβαίνει εν προκειμένω όπου το αιτούμενο ποσό υπερβαίνει την αξία του οχήματος.

Ως εκ τούτου εφόσον η δαπάνη αυτή υπερβαίνει την αξία του αυτοκινήτου πριν από την βλάβη που επήλθε, θα μείνει τελικώς, κατά το υπερβάλλον, εις βάρος του ιδιοκτήτη. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο απέρριψε την νομίμως προβληθείσα από την αναιρεσείουσα και εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ένσταση για περιορισμό του ποσού της αποζημίωσης που υποχρεούται να καταβάλλει στον αναιρεσίβλητο μέχρι την αξία του ζημιωθέντος οχήματος πριν το ατύχημα, η οποία ανέρχεται κατά τους ισχυρισμούς της στο ποσό των 2.500 ευρώ, με το αιτιολογικό ότι αλυσιτελώς προβάλλεται η εν λόγω ένσταση «δηλονότι η εκκαλουμένη απόφαση σωστά εκτίμησε ότι η παλαιότητα του αυτοκινήτου αντισταθμίζεται με την αποκατάσταση των ζημιών που αυτό υπέστη με καινούρια ανταλλακτικά, ώστε δε μειώθηκε η αγοραστική αξία αυτού και ως εκ τούτου δεν επεδίκασε κανένα ποσό ως αποθετική ζημία, απορρίπτοντας το σχετικό αίτημα του ενάγοντος ως ουσιαστικά αβάσιμο».

Με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου που δίκασε ως Εφετείο, διέλαβε αιτιολογίες ανεπαρκείς, καθώς τα -διαλαμβανόμενα σε αυτές- πραγματικά περιστατικά, δεν επαρκούσαν, για την κατάφαση των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, ούτε, εξ αντιδιαστολής, για την απόρριψη της προαναφερόμενης νομίμου ενστάσεως. Ειδικότερα, το Μονομελές Πρωτοδικείο περιορίσθηκε στον προσδιορισμό του ύψους του κόστους επισκευής των υλικών ζημιών του αυτ/του του αναιρεσιβλήτου, παραλείποντας να προβεί σε αποτίμηση και της -κατά τον αμέσως προ του ενδίκου ατυχ/τος χρόνο- αγοραστικής του αξίας, ούτως, ώστε να διαγνώσει, αν η πραγματοποίηση της επισκευής ήταν οικονομικώς συμφέρουσα (και, συνεπώς, ο αντίδικος, ορθώς, προέβη σε αυτήν) ή αν, αντιθέτως, το όχημά του είχε υποστεί ολοσχερή καταστροφή, από οικονομική άποψη (και, συνεπώς, το ύψος της αποζημιώσεως δεν θα έπρεπε να υπερβεί την αγοραστική του αξία). Ανύπαρκτη, εξ άλλου, τυγχάνει, κατ’ ουσίαν, και η αιτιολογία, με την οποία η νομίμως προβληθείσα ένσταση απερρίφθη ως, αλυσιτελώς προβληθείσα, καθώς απαντά σε ουσιωδώς διαφορετικό ζήτημα. Ειδικότερα, καίτοι ο ισχυρισμός κατέτεινε στο, ότι η πραγματική ζημία του αναιρεσιβλήτου περιορίζετο στο ύψος της -κατά τον προ του ατυχ/τος χρόνο- αγοραστικής αξίας του αυτ/του του (και δεν εκτείνετο μέχρι την δαπάνη, στην οποία προέβη, προς αποκατάσταση των υλικών ζημιών του), το Μονομελές Πρωτοδικείο (δικάσαν ως δευτεροβάθμιο) απεφάνθη, ότι η επίκληση των ανωτέρω δεδομένων ήταν ανώφελη (αλυσιτελής), για τον λόγο, ότι η συντελεσθείσα επισκευή δεν προκάλεσε μείωση της αγοραστικής αξίας του αυτ/του.

Συγκεκριμένα ενώ, αντικείμενο της ενστάσεως αποτελούσε η σύγκριση του κόστους αποκαταστάσεως των υλικών ζημιών του αυτοκινήτου με την, κατά τον προ του ενδίκου ατυχ/τος χρόνο, αγοραστική του αξία (ούτως ώστε να διαπιστωθεί, αν η επισκευή του ήταν οικονομικώς συμφέρουσα ή μη), η απορριπτική κρίση βασίσθηκε σε σύγκριση διαφορετικών μεγεθών και δη της αγοραστικής αξίας του αυτοκινήτου πριν από το ατύχημα και μετά την ολοκλήρωση της επισκευής. Κρίνοντας, λοιπόν, κατά τα ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρεβίασε, εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 300 Α.Κ., καθιστώντας την απόφαση του αναιρετέα, ένεκα συνδρομής του αναιρετικού λόγου της Κ.Πολ.Δ. 560 αρ. 6 και επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει κατά το προσβαλλόμενο κεφάλαιό της η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου κατά τα αναφερόμενα παραπάνω, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση…».

Απάντηση