Τύπος Πειραιώς - Ενημέρωση

Αλληγορία πολιορκίας και ο “μπαλτάς” ανεβοκατεβαίνει…

Flash στις 11/04/2021

Σήμερα οι πνιγμένοι ανεβαίνουν λίγο για να δείξουν πως ναι, είναι στον αφρό ξανά, ανέβηκαν από τον πυθμένα, βγήκαν έξω από τα τείχη

Αλέξανδρος Αρδαβάνης* |>Δεν έχει ασφάλιση, πώς θα κάνει θεραπεία γιατρέ, πώς θα χειρουργηθεί; Πόσο λέτε θα κοστίσει; Έχει κλείσει το μαγαζί πριν τρία χρόνια, είναι εγκλωβισμένη στο ΤΕΒΕ, δε μπορεί να βγάλει βιβλιάριο απορίας γιατί έχει ένα τριάρι και δε μπορεί να το πουλήσει –ποιος θα το αγοράσει;»,

Στα υγρά μάτια η απόγνωση, δηλωμένη ή αδήλωτη, μαχαιρώνει τον αποδέκτη του βλέμματος. Είναι αμέτρητα πια αυτά τα βλέμματα, αμέτρητες οι μαχαιριές.

Διαφήμιση για την υποστήριξη της σελίδας

Δε μπορώ να το λύσω και αυτό», λέει εξουθενωμένος ο γιατρός, γέρνοντας πίσω στη σκληρή πλαστική καρέκλα του στενού ιατρείου. «Μήπως η Κοινωνική Υπηρεσία; Κάποιο Κοινωνικό Ιατρείο; Αλλά πώς θα κάνω θεραπεία με περισσεύματα, σήμερα έχω από αυτό το φάρμακο, την επόμενη φορά από κάποιο άλλο… Ντρέπομαι, αλλά αυτό δεν είναι πια ιατρική. Ίσως στα παλαιολιθικά σπήλαια, οι εγχειρίσεις και οι θεραπείες να ήταν πιο έντιμες, ίσως και πιο τελεσφόρες».

Ο γιατρός, προφανώς, παραληρεί. Έχει ξεμακρύνει από το πνιγερό ιατρείο και ονειροβατεί. Τον ακολουθώ. Ξέρω πως ενοραματίζεται, ας μην πιστεύει ο ίδιος στη μεταφυσική, πιστεύω εγώ, ο άλλος Εγώ του. Μου φαίνεται τώρα πως μουρμουρίζει, σαν εγγαστρίμυθος. Στέκομαι πίσω του, χωρίς να το ξέρει, πάντα πίσω του τον παραμονεύω και τον φρουρώ, όταν παραπατάει. Φύλακας και μαθητής του. Στήνω αυτί. Ακούστε κι εσείς τι άκουσα να λέει.

Ο «μπαλτάς» ανεβοκατεβαίνει σιωπηλός. Κάθε κατέβασμα ένα ξερό γκαπ. Κάθε σήκωμα ένα χρατς από σάρκα που χαίνει. Αίμα πουθενά. Έχει απαντληθεί καιρό πριν τον τεμαχισμό του πτώματος.

Σήμερα όμως το πλανητικό υπόδειγμα προς αποφυγή βγαίνει να αιμοδοτηθεί. Από τους βρυκόλακες. Το πτώμα θα στηθεί όρθιο, να το βγάλουν έξω από τα Τείχη, μέσα στην πανοπλία του καβάλα στο κατάφρακτο μαύρο άλογο. Να το δουν οι πολιορκητές να σκιαχτούν και να λύσουν την πολιορκία, μέχρι η διαδοχή το ανάκτορο να ολοκληρωθεί, ο επόμενος να πάρει στο χέρι τον «μπαλτά», να συνεχίσει τη δυναστεία. Ο παντοτινός Ελ Σιντ.

Σήμερα εντοπίζονται επιτέλους τα επιπλέοντα θραύσματα του «εξαφανισμένου» αεροπλάνου και φωτογραφίζονται στην επίμαχη περιοχή που το μαύρο κουτί πεθαίνει κι αυτό εκπέμποντας τα τελευταία σήματα.

Το πείσμα του θνήσκοντος ίχνους της τεχνολογίας, η σιωπή των πνιγμένων. Το πείσμα των ιχνευτών τους∙ ή απλώς μια αποστολή παραπλάνησης του πλανητικού πολτού, διατεταγμένη.

Ανασαίνουμε ανακουφισμένοι. Οι πολλοί. Όσοι δεν αντέχουμε να δούμε στα μάτια τον βρυκόλακα. Ανασαίνουμε και πάμε για ύπνο. Να χαλαρώσουμε, αδελφέ, μετά τόσες μέρες, εβδομάδες, χρόνια –τέσσερα- έντασης. Πέφτοντας στο πηγάδι, χτυπώντας και ματώνοντας στα τοιχώματα. Μετά τέσσερα χρόνια πτώσης, επιτέλους στον πάτο. Γδαρμένοι, μελανιασμένοι, χωρίς αίμα πια μέσα μας, αλλά επιτέλους στον πάτο. Ευτυχώς δεν έχει παρακάτω. Αλλά, εκείνος ο ξερός ήχος του «μπαλτά» από πού ξεφύτρωσε και κομματιάζει τη χαλάρωσή μας, την ανάκαμψή μας ανοιξιάτικα;

Σήμερα το “προτεκτοράτο, με την πολυτέλεια υπουργού Εξωτερικών” βγαίνει τάχα στο σεργιάνι για δανεικά. Σε περιβάλλον υγρού αζώτου να κολυμπήσει με αναερόβια αναπνοή.

Σήμερα οι πνιγμένοι του ανεβαίνουν λίγο να δείξουν πως ναι, είναι στον αφρό ξανά, ανέβηκαν από τον πυθμένα, βγήκαν έξω από τα τείχη.

Όταν φουσκώσουν τα πτώματα ανεβαίνουν, επιπλέουν. Όταν πνίξει η πανούκλα την πολιορκημένη πόλη, οι πανουκλιασμένοι θα βγουν να σωθούν μεταφέροντας το «μίασμα» με την αγριεμένη ανάσα τους γύρω από τα τείχη. Η θανάτωση των απελπισμένων από απόσταση με βέλη δε θα σώσει τους πολιορκητές από την πανούκλα. Είναι στον αέρα, είναι στους αρουραίους, είναι παντού πια. Ούτε οι φωτιές που θ’ ανάψουν οι ανιστόρητοι πολιορκητές γύρω και μέσα στα Μακρά Τείχη, ανακαλώντας στην επιλεκτική μνήμη τους την υπόδειξη του Κώου στους πολιορκημένους από τους Σπαρτιάτες Αθηναίους.

Ποιο το πηγάδι και πού ο πάτος του;

Ποιο πέλαγος ή ωκεανός και πού ο πυθμένας του; Ποιος ο «μπαλτάς» και ποιο το χέρι που πιάνει με γάντι τη λαβή του, να μην αφήσει αποτυπώματα;

Ποιο το προτεκτοράτο; Ποιοι οι βρυκόλακες; Ποιοι οι πολιορκημένοι, ποιοι οι πολιορκητές, ποια η Πανούκλα;

Σου μαρτυράω το τελευταίο: αγορές. Βρες εσύ τα υπόλοιπα. Και σήκω όρθιος. Πιάσε όποιο κλαδί έχει απομείνει γύρω σου μετά την πυρκαγιά και προχώρα διεκδικητής.

Δεν είναι τυφλοσούρτης η σκέψη. Δεν είναι στον καναπέ η ζωή  – ας σου μιλάω μισοξαπλωμένος εγώ, ο βολεμένος.

> Γράφτηκε 9 Απριλίου του 2014

(*Ο λογοτέχνης κ. Αλ. Αρδαβάνης, είναι δρ ιατρός ογκολόγος – διευθυντής στο νοσοκομείο “Άγιος Σάββας”

Απάντηση