Τύπος Πειραιώς - Ενημέρωση

Το τάμα μου το έκανα σ’ ένα μπαράκι πλάι στον γιαλό…

Flash στις 12/08/2020

Τους βρήκα κι εφέτος στην ίδια θέση. Τον πατέρα, τον παππού, τη γιαγιά. Αγκαλιά και τους τρεις

Αλέξανδρος Αρδαβάνης* |> Κάπνισα δύο τσιγαράκια στην ξεθωριασμένη μνήμη του·, ένα για μένα κι ένα για τον Νίκο που μου το ζήτησε πριν φύγω -μόνο με τον Νίκο καταλαβαινόμαστε πια. Δύο τσιγαράκια τράκα αφού από χρόνια δεν καπνίζω παρά μια φορά, κάθε Αύγουστο, όταν έρχομαι να τον δω. Είναι τάμα στον πατέρα μου που κοιμάται εδώ παραπάνω, είπα στη νεαρή σερβιτόρα που τα ζήτησα· με κοίταξε με συμπόνια, όπως κοιτάνε τους σαλεμένους.

Ναι, φέτος το τάμα μου το έκανα σ’ ένα μπαράκι πλάι στον γιαλό, αυτόν που λάτρεψε ο πατέρας και ο Διονύσης· λίγο κι εγώ αλλά μόνο τη νύχτα να πλέω ανάσκελα στα νερά που χάιδεψαν έφηβο το σώμα του πατέρα κοιτώντας τον γαλαξία.

Διαφήμιση για την υποστήριξη της σελίδας

Τους βρήκα και φέτος στην ίδια θέση. Τον πατέρα, τον παππού και τη γιαγιά. Τους μαντεύω αγκαλιά και τους τρεις κάτω από τα ξερόχορτα. Αγκαλιασμένους και σιωπηλούς, από τριάντα χρόνια, τότε που η οικογένεια επανενώθηκε μετά το πέρασμά της πάνω στη γη· μερικώς έστω αφού τα άλλα τρία μέλη σκορπίστηκαν σε άλλα χώματα.

Ο παππούς μου, διηγόταν ο πατέρας, πέθανε το ‘56 που γεννήθηκα εγώ· τέσσερα χρόνια μετά τη γιαγιά μου που πέθανε το ‘52, χρονιά που γεννήθηκε ο Διονύσης. Η γιαγιά τέλειωσε από καρκίνο οισοφάγου στον Άγιο Σάββα όπου πήγα εγώ, διψασμένος για την ογκολογία νεαρός γιατρός, σαράντα χρόνια από την εκδημία της, χωρίς να γνωρίσω κανέναν από τους δυο προ-ανιόντες. Συμπτώσεις; Προφανώς. Και αδιάφορες για οποιονδήποτε άλλον πλην εμού. Πάντως, ο πατέρας αφηγείται πως ο παππούς υπέφερε στα τέσσερα χρόνια της χηρείας από βασανιστικό συνεχή λόξυγκα και όταν ξάπλωνε στο συζυγικό κρεββάτι χάιδευε το σεντόνι στη θέση της συντρόφου του. Κάπως έτσι τον φαντάζομαι να συνεχίζει τώρα στο πλαϊνό κασελάκι.

Τους βρήκα στην ίδια θέση, σιωπηλούς ανάμεσα σε τόσους σωπασμένους συγχωριανούς, φίλους ή αντιπάλους. Ετούτη τη φορά όμως, πέρα από τους πολύ κοντινούς γειτόνους τους, βάλθηκα να βρω και τον μπάρμπα Βαγγέλη, το «μαύρο πρόβατο» της πατριάς. Μάταια! Είναι μικρό το κοιμητήρι, και ίσως δεν υπήρχε χώρος για «αποκλίναντες» όσο ζούσαν -και ποια ήταν η ακριβής «απόκλιση» αυτού του μπάρμπα δε μπορώ να πω.

Όλοι εκεί βυθισμένοι λοιπόν. Ζωές που αγκαλιάστηκαν σφιχτά, ζωές που χτυπήθηκαν με μίσος, ζωές που κύλισαν αδιάφορες για τον πόνο ή τη χαρά των άλλων. Τροχιές πάνω στη γη παράλληλες, τεμνόμενες, επάλληλες, κατακόρυφες, ανιούσες και κατιούσες, σπείρες ανέλιξης και κατέλιξης.

Όλες εξισωμένες στην ακινησία του χωματένιου πελάγους. Μέχρι κάποιος τυφλωμένος από λαιμαργία κατοχής -σεισμός ή άρπαγας τυφλός- να τις ανασκάψει και να κόψει τις αόρατες κλωστές που ενώνουν το δικό μας σήμερα με το μακρόσυρτο χτες και το αόρατο μέλλον.

Γύρισα και κοίταξα πάνω για ν’ ανασάνω.

Ο Μεγάλος Σωρός, κι αυτός στη θέση του, ίδια θέση εκατομμύρια χρόνια. Ανάσανα εκμηδενισμένος αλλά ελεύθερος.

Φτάνει! Γύρω μου ντόπια παλικάρια μιλούν για αγροτικές δουλειές, τσαπί, κλάδεμα, πότισμα από το υδραγωγείο. Η ζωή καλά κρατεί και μάλιστα εκτός τουρισμού.

Πάτησα στο τασάκι το σβησμένο από ώρα τσιγάρο-ίσα ίσα δυό ρουφηξιές είχα πιει- και κατεβαίνω στην αμμουδιά. Το παρόν με καλεί. Το τάμα συνεχίζεται του χρόνου. Αν επιζήσω του Κοβιντίωνα, εγώ ο σαλός.

(*Ο λογοτέχνης κ. Αλ. Αρδαβάνης, είναι δρ. ιατρός ογκολόγος – διευθυντής στο νοσοκομείο “Άγιος Σάββας”

Απάντηση