Τύπος Πειραιώς - Ενημέρωση

Tα Κάλαντα του Δωδεκαημέρου και του Ελληνισμού

ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ στις 24/12/2022

Με τον πλούτο και την ποικιλία τους συνδέονται με τη γιορταστική περιφορά των συμβόλων της ζωής και της γονιμότητας

Λάμπρος Λιάβας* |> Μια γιορταστική περίοδος, την οποία ο παραδοσιακός πολιτισμός δεν βίωνε αποσπασματικά και μεμονωμένα, όπως στις σύγχρονες αστικές κοινωνίες, αλλά συμμετείχε σ’ αυτήν μέσα από μια συνεχή τελετουργική διαδικασία ενός ολόκληρου δωδεκαημέρου, που ερχόταν να οριοθετήσει τον ετήσιο κύκλο του. Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα, πρώτη αρχή  γιορτή) του χρόνου, καθώς και η χριστιανική λατρεία, όπως και οι άλλες μεγάλες θρησκείες της Ανατολής, ήρθε να τοποθετήσει τη γέννηση του Μεσσία σ’ αυτήν ακριβώς την κρίσιμη χρονική περίοδο. Με αφετηρία τον έντονο συμβολισμό του χειμερινού ηλιοστασίου, όταν -μετά από την πιο μεγάλη νύχτα- το φως αρχίζει να αυξάνει και η ελπίδα μιας νέας ζωής προετοιμάζεται στα σπλάχνα της γης.

Δώδεκα μέρες που ξεκινούν με τη Γέννηση, κορυφώνονται με τη συμβολική «διαβατήρια» τελετή (την Περιτομή του Κυρίου, που η Εκκλησία τοποθετεί την 1η Ιανουαρίου) και ολοκληρώνονται με τη Βάπτιση, την επίσημη ευλογία-μύηση, που σηματοδοτεί την έναρξη της θείας αποστολής. Γι’ αυτό και ήδη από την αρχαιότητα (όταν την ίδια περίοδο γιόρταζαν το γενέθλιο του Αήττητου Ήλιου, του Μίθρα) οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι, μ’ ένα πλήθος από τελετές γεμάτες σύμβολα και τραγούδια, επικαλούνταν την καλοτυχία και τη γονιμότητα.

Πολλά απ’ αυτά πέρασαν στο Βυζάντιο, για να καταλήξουν στη νεότερη Ελλάδα, συνδυάζοντας τον παγανισμό με τη χριστιανική λατρεία κι επιβεβαιώνοντας την αδιάσπαστη συνέχεια γλώσσας και μουσικής μέσα από τα λαϊκά έθιμα και τις τελετουργίες.

Ένα ολόκληρο δέντρο στήνεται στη μέση της γιορτής ως σύμβολο της αναβλάστησης και της καινούργιας ζωής, ελπίδα και παρηγοριά μέσα στη νέκρωση του χειμώνα. Το συνήθιζαν, άλλωστε, και οι Ρωμαίοι στη γιορτή των Καλενδών που γιόρταζαν την ίδια περίοδο και η οποία δάνεισε το όνομά της και στα χριστιανικά κάλαντα. Κρεμούσαν στις πόρτες και τα παράθυρα δάφνες και μυρτιές και πράσινα φυτά (όπως έκαναν και οι αρχαίοι Έλληνες στις δικές τους γιορτές), έφτιαχναν στεφάνια από λουλούδια και τα κρεμούσαν βάζοντας μέσα στα κλαδιά γιορταστικά φαναράκια. Το έθιμο το συνέχιζαν και στα βυζαντινά χρόνια, στολίζοντας κατά το δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων τα σπίτια και τα μαγαζιά με κλαδιά από ελιά και δάφνη, ενώ σε πολλά μέρη, παρά τις αντιδράσεις της Εκκλησίας, διατηρούνται έως σήμερα τελετές και χοροί μεταμφιεσμένων με τα διονυσιακά φαλλικά σύμβολα για τη γονιμότητα της γης και με τα μεγάλα κουδούνια να ξορκίζουν τα κακά πνεύματα! Το καραβάκι, το στολισμένο δέντρο, τα πράσινα αγκαθωτά φυτά, καθώς και τα υπόλοιπα σύμβολα των Χριστουγέννων (το ιερό ψωμί –το χριστόψωμο- τα χοιροσφάγια, η ιερή φωτιά κλπ.), έρχονται να σμίξουν τον Χριστιανισμό με την παγανιστική λατρεία, με απαραίτητη συνοδεία τους ήχους από τις φωνές και τα όργανα (τουμπελέκια, τρίγωνα, αλλά και τοπικά λαϊκά όργανα, ανάλογα με την περιοχή) που συνοδεύουν τα κάλαντα.

Τα παιδικά αυτά «αγυρτικά» τραγούδια αντιπροσωπεύουν μια παλαιά παράδοση που αναφέρεται ήδη στον Όμηρο. Τα συναντάμε επίσης και στην κλασική εποχή με το όνομα ειρεσιώνη, όταν παιδιά που ζούσαν και οι δυο γονείς τους έφερναν στα σπίτια το μήνυμα της καλής τύχης και της γονιμότητας με τραγούδια, κρατώντας στολισμένα κλαδιά δέντρων.

Παραχειμάζων δε Όμηρος εν τη Σάμω, ταις νουμηνίαις προσπορευόμενος προς τας οικίας τας ευδαιμονεστάτας, ελάμβανε τι αείδων τα έπεα τάδε, α καλείται Ειρεσιώνη, ωδήγουν δε αυτόν και συμπαρήσαν αεί των παίδων τινές των εγχωρίων:

Δώμα προσετραπόμεσθ’ ανδρός μέγα δυναμένοιο,

ας μέγα μεν δύναται, μέγα δε βρέμει, όλβιος αιεί.

αυταί ανακλίνεσθαι θύραι πλούτος γαρ έσεισι

πολλός, συν πλούτω δε και ευφροσύνη τεθαλυία,

ειρήνη τ’ αγαθή. Όσα δ’ άγγεα, μεστά μεν είη

κυρβαίη δ’ αιεί κατά καρδόπου έρποι μάζα,

νυν μεν κριθαίην ευώπιδα σησαμόεσσα.

Ομήρου Βίοι: Vita Herodotea 462- 482, εκδ. Oxford, Homeri Opera V5

Στίχοι που παραπέμπουν στα κάλαντα τα νεοελληνικά, με παινέματα για τον αφέντη του σπιτιού και μακαρισμούς κι ευχές «γι’ αυτό το σπίτι πού ’ρθαμε», που η παράδοση τοποθετεί εννέα αιώνες πριν από το άστρο της Βηθλεέμ στο στόμα του τυφλού βάρδου που οδηγούν και παραστέκουν τα μικρά παιδιά.

Πρόκειται για το αρχαίο έθιμο της ειρεσιώνης, με παίδας αμφιθαλείς (παιδιά δηλαδή που και οι δύο γονείς τους βρίσκονται στη ζωή) να περιφέρονται στα σπίτια, κρατώντας ένα κλαδί ελιάς, που πάνω του είχαν κρεμάσει κομμάτια μαλλιού και καρπούς κάθε λογής, τραγουδώντας ευχές και παινέματα.

Γιορτάζοντας τα Πυανέψια ή τα Θαργήλια ή τα κατ’ αγρούς Διονύσια, τον μήνα Ποσειδαιώνα (15 Δεκεμβρίου – 15 Ιανουαρίου), οι ομάδες των παιδιών ξεχύνονταν τραγουδώντας στους δρόμους, με την ειρεσιώνη, που κρεμούσαν στην εξώπορτα του σπιτιού τους επί ένα χρόνο, για να την κάψουν μετά σε τελεστική φωτιά (σαν τα στεφάνια της Πρωτομαγιάς που συνήθιζαν να καίνε στις φωτιές του Άη-Γιάννη του Κλήδονα τα νεότερα χρόνια). Επίσης, κρατούσαν διακοσμημένα ραβδιά, τους θύρσους των διονυσιακών γιορτών, και ομοιώματα πλοίων που συμβόλιζαν τον ερχομό του Διόνυσου.

Τα στοιχεία αυτά συναντάμε και στους καλαντιστές της νεότερης Ελλάδας, που συχνά κρατάνε μικρά καράβια, ενώ στη Μακεδονία και τη Θράκη πάλι παίδες αμφιθαλείς, που λέγονται μανοκυρουδάτοι, έχουν στολισμένα ραβδιά, τις σούρβες, που θεωρούν ότι έχουν μαγικές ιδιότητες κι αγγίζουν ομοιοπαθητικά με αυτά τα μέλη της οικογένειας!

Από τις ρωμαϊκές Καλένδες, που γιόρταζαν στις πρώτες μέρες του Γενάρη την είσοδο της νέας χρονιάς, πήραν τ’ όνομά τους τα κάλαντα, τα οποία έλαβαν τη μορφή τους ήδη από τα πρωτοχριστιανικά χρόνια. Η χριστιανική Εκκλησία, επιδιώκοντας να εκμεταλλευτεί τη σημασία και την επισημότητα που προσέδιδαν οι Ρωμαίοι στις Καλένδες, τοποθέτησε στις μέρες αυτές την επέτειο της Γέννησης του Χριστού. Όμως, μαζί με την αίγλη της ειδωλολατρικής γιορτής, μεταφυτεύτηκαν στη χριστιανική και στοιχεία από τα έθιμα που την ακολουθούσαν.

Έτσι, τα τραγούδια της ειρεσιώνης και των Καλενδών πήραν τη μορφή μιας μυθοποιημένης εξιστόρησης των γεγονότων των ημερών, ενώ διατηρήθηκαν οι ευχές για το σπίτι και τα παινέματα των νοικοκυραίων.

Κάτι ανάλογο συνέβη και με τα έθιμα των μεταμφιέσεων που επικρατούσαν τις μέρες αυτές στα Σατουρνάλια (Κρόνια), που γιορτάζονταν στα τέλη Δεκεμβρίου. Απ’ αυτά προήλθαν οι μεταμφιέσεις που συνηθίζονται τις μέρες αυτές σε πολλά χωριά της Βόρειας Ελλάδας και λέγονται ρογκάτσια, μπαμπόγεροι κ.ά.

Η επίσημη Εκκλησία αντέδρασε έντονα στο πέρασμα των «ειδωλολατρικών» αυτών παραδόσεων στις χριστιανικές γιορτές και διασώζονται πύρινοι λόγοι επισκόπων (ο αρχαιότερος ανάγεται στο 400 μ. Χ.) γεμάτοι αφορισμούς για τους χριστιανούς που περιέρχονται μετά παμμεγέθους πομπής τω έθει των Ελλήνων (ειδωλολατρών)!

Όμως οι αντιδράσεις δεν μπόρεσαν ν’ αποτελέσουν φραγμό στις συνήθειες αυτές και κυρίως στα κάλαντα, που καθιερώθηκαν ως αναπόσπαστο στοιχείο των γιορταστικών εκδηλώσεων για τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα. Στο χρονικό του Ιωάννη Τζέτζη (12ος αι.) αναφέρεται:

Οπόσοι περιτρέχουσι χώρας και προσαιτούσι,

κι όσοι κατ’ αρχίμηνον του Ιανουαρίου

και τη Χριστού Γεννήσει και Φωτών τη ημέρα,

οπόσοι περιτρέχουσι τας θύρας προσαιτούντες

μετά ωδών ή επωδών ή λόγων εγκωμίων…

ούτοι αν πάντες λέγοιντο κυρίως μηναγύρται.

Με τα παραδοσιακά κάλαντα τα παιδιά και οι νέοι «μεσολαβούν» ανάμεσα στον υλικό και τον πνευματικό κόσμο, για να φέρουν «ομοιοπαθητικά», με τη δύναμη της νεότητας και των συμβόλων που μεταφέρουν, την καλή σοδειά, την ελπίδα και την αισιοδοξία μπροστά σε μια καινούργια περίοδο που ξεκινάει. Και για να γίνει αυτό χρειάζεται, πάνω απ’ όλα, το τραγούδι! Οι επικλήσεις και οι ευχές, όταν τραγουδιούνται, παίρνουν άλλη διάσταση, αποκτούν «επισημότητα», ξεπερνούν τη μονοσημία του λόγου και μοιράζονται τη φόρτιση των συμβόλων που τα συνοδεύουν. Ένας λόγος που τραγουδιέται γίνεται λόγος «μαγικός»!

Γι’ αυτό και τα ελληνικά κάλαντα, με τον πλούτο και την ποικιλία τους, σ’ όλες τις περιοχές του Ελληνισμού συνδέονται με τη γιορταστική περιφορά των συμβόλων της ζωής και της γονιμότητας στα σπίτια και την τραγουδιστή έκκληση για υγεία και καλοχρονιά. Κι αυτό συμβαίνει όχι μόνο με τα κάλαντα του Δωδεκαημέρου (Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς, Θεοφανείων), αλλά και με τα υπόλοιπα «αγυρτικά» τραγούδια του ετήσιου κύκλου που ακούγονται όλο και πιο σπάνια, όπως τα χελιδονίσματα (1ης Μαρτίου), τα κάλαντα του Λαζάρου, οι Περπερούνες (για την πρόκληση βροχής) κ.ά.

Οι περισσότεροι από τους στίχους, με θέμα την εξιστόρηση των θρησκευτικών γεγονότων, έχουν κυρίως λόγια προέλευση, όπως φαίνεται στο γλωσσικό ιδίωμα και στις εκφράσεις που χρησιμοποιούν, χωρίς όμως αυτό ν’ αποκλείει τη λαϊκή παρέμβαση που έπαιξε εξίσου σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωσή τους:

Καλήν εσπέραν άρχοντες

κι αν είναι ορισμός σας…

εν τω σπηλαίω τίκτεται… κ.ο.κ.

Αυτό διαπιστώνουμε και στην αντιπαράθεση ενός αποσπάσματος από εκκλησιαστικό ύμνο των Θεοφανείων με το ανάλογο απόσπασμα από τα λαϊκά κάλαντα της ημέρας αυτής, τα οποία, εκτός από τη θεματική αναλογία, παρουσιάζουν και την ίδια στιχοπλεκτική τεχνική:

Σήμερον η κτίσις φωτίζεται Σήμερα τα Φώτα κι οι φωτισμοί,

και πανηγυρίζει, ευφραίνεται. η χαρά η μεγάλη κι οι αγιασμοί.

Από της ερήμου ο Πρόδρομος Άη-Γιάννη Πρόδρομε και Βαφτιστή,

ήλθε να βαπτίσει τον Κύριον. έλα να βαφτίσεις Θεού παιδί.

Βυζαντινός ύμνος 14ου αι. Κάλαντα Θεοφανείων

Τα κάλαντα, σε γενικές γραμμές, παρουσιάζουν πολλά από τα μορφολογικά χαρακτηριστικά των δημοτικών τραγουδιών, αποδεικνύοντας έτσι την καταγωγή και το ήθος τους. Είναι χαρακτηριστικό το παρακάτω δημοτικό τραγούδι από την Πελοπόννησο που αναφέρεται στις γιορτές των Χριστουγέννων και στα τραγούδια τους:

Ήρθανε τα Χριστούγεννα, ήρθανε οι γιορτάδες,

φτιάχνουν κυρές χριστόψωμα και δίπλες οι νυφάδες.

Αυτές οι μέρες το ’χουνε κι αυτές οι εβδομάδες,

να τραγουδάνε τα παιδιά, να χαίρουντ’ οι μανάδες.

Ας τραγουδάνε, ας χαρούν, του χρόνου ποιος το ξέρει,

για ζούμε για πεθαίνουμε, για πάμε σ’ άλλα μέρη.

 Ανάλογη είναι και η στροφή που συνοδεύει τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα στην Ορεστιάδα της Θράκης:

… χαρείτε κι ας χαρούμε

προτού μας εύρει ο θάνατος

κι ύστερα λυπηθούμε!

 Σχετικές προτροπές για γλέντι και διασκέδαση, σαν αντίδραση στη νομοτέλεια του θανάτου, βρίσκουμε συχνά στα δημοτικά τραγούδια, όχι μόνο στα κάλαντα, αλλά και στα αποκριάτικα και στα καθιστικά (της τάβλας), που ανοίγουν το γλέντι.

Οι καλαντιστές συχνά χτυπάνε τις πόρτες των σπιτιών τραγουδώντας στίχους ιδιαίτερους για την περίσταση. Στις Καστανιές Ορεστιάδας ΄Εβρου τραγουδιέται ο εξής φανταστικός διάλογος από τους νέους του χωριού που συνοδεύουν ρυθμικά το τραγούδι τους με τις μασιές και τα ζίλια (μεταλλικά κύμβαλα).

Άνοιξι πόρτα μ’, άνοιξι, πόρτα μου κα-να-ρένια,

έχου δυο λόγια να σι πω κι κείνα ζαχαρένια.

– Ποιος είσ’ ισύ ν’ ανοίξου ‘γώ, ν’ ανοίξου νά ’ρθεις μέσα;

– Εγώ ‘μι που σου τά ’στειλα στου μαντηλάκ’ διμένα

τα μήλα, τα δαμάσκηνα, τα τρουφαντά κιράσια.

(σύμβολα της ευφορίας της γης που παραπέμπουν στους καρπούς τους κρεμασμένους στα φύλλα της αρχαίας ειρεσιώνης).

 Μετά τη μελωδική εξιστόρηση του θρησκευτικού γεγονότος ακολουθούν οι ευχές και τα παινέματα :

Για το Χριστό τα είπαμε, ας πούμ’ και τον αφέντη...

 

Για τον νοικοκύρη

Αφέντη μου πεντάφεντε, πέντε φορές αφέντη,

εσένα πρέπ’, αφέντη μου, καθέκλα καρυδένια,

για ν’ ακουμπάς την πλάτη σου τη μαργαριταρένια.

                                                                                                     (Κρήτη)

Για τη νοικοκυρά

Κυρά ψηλή, κυρά λιγνή, κυρά καμαροφρύδα

και χρυσαλίδα του γιαλού και πάχνη από το χιόνι,

πήρες τα ρόδα απ’ τη ροδιά, τ’ ασπράδι από το χιόνι,

πήρες και το ματόφρυδο από το χελιδόνι.

                                                                                                        (Κρήτη)

 Για τον γιο

Έλα κι ας το παινέσουμε τούτο το παλληκάρι,

οπώχει πλάτες γι’ άρματα κι αρμούς για το λιθάρι

και χέρια γοργογύριστα να ρίχνουν τη σαΐτα,

να σαϊτεύουν τα πουλιά και τά ’μορφα κοράσια.

Για τη θυγατέρα

Κερά μ’, τη θυγατέρα σου, κερά μ’, την ακριβή σου,

απ’ το φλουρί δε φαίνεται και το μαργαριτάρι,

στο σύννεφο την έκρυψες να μη την αβασκαίνουν.

Την είδαν κόσμοι κι έφεξαν, παπάδες εθαμάξαν,

την είδε κι ο γραμματικός, πέφτει, λιγοθυμάει,

τρία κανιά ροδόσταμο να ξελιγοθυμίσει,

κι άλλα τρία κρύο νερό, νά ‘ρθ’ η ψυχή στον τόπο.

                                                                                                 (Θράκη)

Για το σπίτι

 Όσ’ άστρα έχει ο ουρανός και φύλλα από τα δέντρα,

τόσο καλό να δώσ’ ο Θιός ιδώ που τραγουδάμι.

                                                                                                    (Θράκη)

Ακολουθούν προτροπές για φιλέματα και φιλοδωρήματα:

Αφέντη μου, στην τάβλα σου χρυσή καντήλα καίει,

αν βάλεις λάδι και κερί, φέγγει όλο τον κόσμο

κι από τα παραθύρια σου φέγγει και τις αρχόντ’σσες,

πώς δριμονίζουν τα φλουριά, πώς κοσκινίζουν τ’ άσπρα.

Μ’ αυτά τα δριμονίσματα, κέρνα τα παλληκάρια,

κέρνα τα, μάνα μ’, κέρνα τα, κέρνα τα βραχνιασμένα.

                                                                                                       (Θράκη) 

Αφέντη μου ευγενικέ, που ’χεις μεγάλη χάρη,

που σ’ έχουμε στον τόπο μας σαν το λαμπρό φεγγάρι,

άνοιξε το πουγγάκι σου το μαργαριταρένιο,

αν έχεις γρόσια, δώσ’ μας τα, αν έχεις και παράδες,

αν έχεις και γλυκό κρασί, βγάλε να μας κεράσεις.

                                                                                                   (Μακεδονία)

Σε περίπτωση όμως που ο νοικοκύρης αρνηθεί να φιλοδωρήσει την κομπανία, ακολουθούν κοροϊδευτικά τραγούδια: 

Αφέντη μου, στην κάπα σου χίλιες χιλιάδες ψείρες,

άλλες γεννούν, άλλες κλωσούν κι άλλες αβγά μαζώνουν.

 Άλλο ένα αξιοσημείωτο στοιχείο απαντάμε στα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς και στα σύμβολα που συνδέονται με τη μορφή του Έλληνα Άη-Βασίλη. Ο θάνατός του, που συνέπεσε με την 1η Ιανουαρίου του 379, τον έκανε να συνδέσει το όνομά του με τον εορτασμό της Πρωτοχρονιάς από τους Ορθόδοξους (οι Καθολικοί τιμούν ως «χριστουγεννιάτικο άγιο» τον Άγιο Σιλβέστρο και οι Άγγλοι τον Άγ. Νικόλαο). Η ελληνική λαϊκή παράδοση, που από τις αρχαίες Καλένδες θεωρούσε την Πρωτοχρονιά ως ημέρα σημαδιακή για την εξέλιξη της χρονιάς, φόρτισε και τον Άγιο της μ’ εκείνες τις «ομοιοπαθητικές» ιδιότητες που ανταποκρίνονταν στους πόθους και τις ανάγκες της. Έτσι, ο Άη-Βασίλης στα κρητικά πρωτοχρονιάτικα κάλαντα παρουσιάζεται ως γεωργός:

Ταχιά-ταχιά ‘ν’ αρχιχρονιά κι αρχή του Γεναρίου,

αύριο ξημερώνεται τ’ Αγίου Βασιλείου.

Πρώτα που βγήκεν ο Χριστός στη γη να περπατήσει,

εβγήκε και χαιρέτησε όλους τους ζευγολάτες.

Τον πρώτο που χαιρέτησε ήτον Αγιο-Βασίλης

– Καλώς τα κάνεις, Βασιλειό, καλό ζευγάριν έχεις.

– Καλό το λες, αφέντη μου, καλό κι ευλογημένο,

που το ’βλογά η χάρη Σου με το δεξιό Σου χέρι,

με το δεξιό, με το ζερβό, με το μαλαματένιο.

– Για πες μου, Άη-Βασίλη μου, πόσα μουζούρια σπέρνεις;

– Σπέρνω σταράκι δώδεκα, κριθάρι δέκα πέντε,

ταή και ρόβι δεκαοχτώ κι από νωρίς στο στάβλο.

Εθέρισα κι αλώνεψα κι έκαμα χίλια μόδια

και τα κορκοσκινίσματα χίλια και πεντακόσια.

Μα τ’ άλλα δεν εμέτρησα, γιατί Χριστός επέρνα.

Κι εκειά που στάθην’ ο Χριστός, χρυσό δεντρίν εβγήκεν,

κι εκειά που μεταπάτησε, χρυσό κυπαρισσάκι,

που ‘χε στη μέση το σταυρό και στην κορφή τη βρύση,

στα μεσοκλωναράκια του πέρδικα κακaρίζει,

– Κακάριζε, κακάριζε, πέρδικα κορωνάτη,

μα επά τον έχουν τον υγιό, το μοσκοκaνακάρη.

 Ακόμη και στις περιπτώσεις που ο Άη-Βασίλης δεν παρουσιάζεται στη λαϊκή παράδοση ως γεωργός, αλλά ως σοφός λόγιος που φέρνει μαζί του τη σοφία της Ανατολής, εξακολουθεί να έχει άμεση σχέση με την καρποφορία:

…Εγώ τραγούδια δεν ξέρω, μόν’ γράμματα μαθαίνω.

– Βασίλη, αν ξέρεις γράμματα, πες μας τ’ αλφαβητάρι.

Και στο ραβδί τ’ ακούμπησε, να πει τ’ αλφαβητάρι.

Ξερό ’ταν το ραβδάκι του, χλωρά βλαστάρια επέτα

κι απάνω στα βλαστάρια του βρύσες εκυματούσαν

και κατεβαίναν πέρδικες και βρέχαν τα φτερά τους

και λούζαν τον αφέντη μας τον πολυχρονεμένο.

 Στη Μακεδονία και τη Θράκη υπήρχε το έθιμο να γυρίζει ένα παιδί στα σπίτια και ν’ αγγίζει με το ραβδί του, τη σούρβα, τα μέλη της οικογένειας, τους άρρωστους και τα ζώα, έθιμο που παραπέμπει στις λαϊκές αυτές δοξασίες για τον Άη-Βασίλη και το μαγικό ραβδί του. Κάτι ανάλογο συνέβαινε και στη Λέσβο, όπου γύριζε στα σπίτια ένα νόρφανο παιδί (όπως οι «αμφιθαλείς παίδες» των αρχαίων) κρατώντας στα χέρια του την εικόνα του Αγίου, φανάρι με «αμίλητο» φως από την εκκλησία, σταμνί με «αμίλητο» νερό, ρόδι, πορτοκάλι, πρόσφορο, κλαδί ελιάς και πέτρα «χορταριασμένη» (υλικά που επίσης παραπέμπουν στις αρχαίες προλήψεις και τελετές της ειρεσιώνης).

Επίσης, στα ψωμιά που ζύμωναν αυτές τις μέρες οι νοικοκυρές (χριστόψωμα, βασιλόψωμα, κολλίκια, κουλιαντίνες κ. ά.) έβαζαν στολίδια από ζυμάρι που συμβόλιζαν το αλέτρι και τον ζυγό, τις θημωνιές με τα στάχυα που περίμεναν να θερίσουν το καλοκαίρι και τα αμπέλια.

Κάτι ανάλογο συνέβαινε και με τη χριστουγεννιάτικη φωτιά που της έριχναν κρασί (όπως στις αρχαίες σπονδές) κι έφερναν δίπλα τ’ αλέτρι, που τ’ άφηναν εκεί όλο το βράδυ με λιβάνι πάνω του, για να έρθει να το βλογήσει ο Χριστός ή ο Άη-Βασίλης. Και, σ’ αντίθεση με τη δυτική αστική παράδοση, δεν περίμεναν να πάρουν δώρα, αλλά άφηναν αυτοί οι ίδιοι μέλι και γλυκίσματα για να «φιλευτεί» ο Άγιος, ο Έλληνας Άη-Βασίλης!

Περνώντας από τις λαϊκές τελετουργίες της υπαίθρου στις σύγχρονες αστικές κοινωνίες, κάθε χρονιά οι καλαντιστές μειώνονται αισθητά (κυρίως όσο προχωράμε προς τα Φώτα) και η αίσθηση γίνεται όλο και πιο επιφανειακή, μηχανική, συνδεδεμένη με το καταναλωτικό παιχνίδι των ημερών.

Ένα ξερό «μας τά ’παν άλλοι!» ή κάποιο νόμισμα, για να διακόψει βιαστικά -συχνά στη μέση- στίχους που τραγουδιούνται από τα παιδιά, τις περισσότερες φορές χωρίς συναίσθηση του βαθύτερου περιεχομένου και της σημασίας τους.

Μία και μόνη μελωδία, αυτή με τους λόγιους στίχους, απειλεί να εκτοπίσει τον μεγάλο πλούτο και την ποικιλία που διακρίνουν τα τοπικά κάλαντα στις διάφορες περιοχές του Ελληνισμού: από τα παλαιότατα βυζαντινά κάλαντα της Καππαδοκίας ως τα θρακιώτικα (που συμπαραστέκουν την Παναγιά που κοιλοπονάει) κι από τα κρητικά (με τον γεωργό Άη-Βασίλη) ως τα ποντιακά (που μαζί με το θαύμα της Γέννησης, προφητεύουν και αφηγούνται και το Θείο Πάθος).

Κάθε χρόνο οι ομάδες των καλαντιστών αριθμούν όλο και λιγότερα μέλη. Δεν είναι σπάνιο πια το φαινόμενο ενός και μόνο τραγουδιστή, επιβεβαιώνοντας τη μοναξιά των παιδιών στη μεγάλη πόλη, ενώ αισθητά έχει περιοριστεί και ο πλούτος των μουσικών οργάνων, παραχωρώντας συχνά τη θέση τους σ’ ένα άρρυθμο τρίγωνο ή στον απρόσωπο ήχο μιας πλαστικής «μελόντικα».

Τα σύμβολα της ζωής και της γονιμότητας με τα καράβια και τα στολισμένα κλαδιά που περιέφεραν τα παιδιά και οι νέοι σ’ όλα τα σπίτια, ως έκκληση για ευλογία και τύχη αγαθή, δεν βρίσκονται πια στα χέρια της ομάδας.

Εκείνο όμως που πάνω απ’ όλα έχει θιγεί είναι η ιδιαίτερη σχέση των τραγουδιστών με τον νοικοκύρη του σπιτιού και την οικογένειά του. Έχει χαθεί η αναμονή και η προετοιμασία (ψυχική και υλική) της οικογένειας για την έλευση των καλαντιστών, που θα μεταγγίσουν με τη νιότη και τη δύναμη των συμβόλων και της μουσικής τους την ελπίδα και την αισιοδοξία μπροστά σ’ ένα μέλλον σκοτεινό κι αβέβαιο.

Αυτήν την ελπίδα, την παρηγοριά που προσέφεραν οι λαϊκές τελετουργίες δεν έχει καταφέρει να τις ξεπεράσει (ή να τις υποκαταστήσει) ο «σύγχρονος» άνθρωπος, ο οποίος αισθάνεται ολοένα ν’ αυξάνει η αμηχανία και η έλλειψη επικοινωνίας στη «νέα τάξη» αστικής ζωής. Γι’ αυτό, όσο κι αν υποστηρίζουμε ότι «έχουμε ξεπεράσει τέτοιες γραφικότητες», σίγουρα θα νιώσουμε άβολα, αν έρθει μια μέρα που δεν θα χτυπήσει κανείς την πόρτα μας, «για να μας τα πει, έτσι για το καλό!».

Επιβάλλεται, λοιπόν, να γνωρίσουμε καλύτερα όλο αυτό το γιορταστικό ρεπερτόριο του Δωδεκαημέρου, το περιεχόμενο και τη βαθύτερη σημασία του, ανακαλώντας μνήμες οι παλαιότεροι, ανακαλύπτοντας διαστάσεις απρόσμενες οι νεότεροι, διδάσκοντάς το στα παιδιά σαν μια μύηση στη σοφία και την αίσθηση του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού.

Τα ελληνικά κάλαντα, με τη δομή και τη λειτουργία τους, έρχονται να επιβεβαιώσουν ότι το ουσιαστικό νόημα της λαϊκής μουσικής παράδοσης είναι η έκφραση και η επικοινωνία μέσα από σύμβολα και διαδικασίες που αντέχουν στους αιώνες, γιατί απευθύνονται στις βαθύτερες ανάγκες κι ελπίδες του κάθε ανθρώπου.

Γι’ αυτό και δεν έχουμε δικαίωμα να μετατρέπουμε ένα παρόμοιο πολύτιμο στοιχείο ταυτότητας σε μια γραφική εθιμοτυπία για πολιτικά γραφεία και λεωφορεία, μέσα από μια μηχανική, αδιάφορη αναπαραγωγή από παιδάκια που «παπαγαλίζουν», για να εξασφαλίσουν τον μποναμά τους και συλλόγους αναξιοπαθούντων που περιφέρονται παίζοντας με το μαγνητόφωνο ανοιγμένο στη διαπασών το «Αχ, έλατο, μ’ αρέσεις, πώς μ’ αρέσεις!..»

Πού είναι, λοιπόν, τα σχολεία και οι φωτισμένοι δάσκαλοι που θα διδάξουν στα παιδιά να βιώσουν και να σεβαστούν την πραγματική διάσταση αυτών των τραγουδιών; Ποιοι και πόσοι ραδιοφωνικοί σταθμοί ή τηλεοπτικά κανάλια θα μπουν στον κόπο (ή στον… κίνδυνο για τα ποσοστά της ακροαματικότητας) ν’ αντιπαραθέσουν τα ελληνικά κάλαντα και τους βυζαντινούς ύμνους των Χριστουγέννων στο White Christmas και το Silent Night;

Πόσοι θυμούνται αυτές τις μέρες ότι, εκτός από τον Santa Clauss με το κόκκινο σκουφί, τις ερμίνες και τους ταράνδους, υπάρχει και ο Έλληνας Άη-Βασίλης; Ασκητικός, λόγιος αλλά και γεωργός, που δεν κουβαλάει αυτός δώρα, αλλά περιμένει να τον υποδεχτούν και να τον φιλέψουν οι νοικοκυραίοι, δίνοντάς τους ως αντάλλαγμα την «αλφαβήτα» (την ελληνική παιδεία) που, όπως διηγούνται τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα, κάνει το ξερό ραβδί του ν’ ανθίσει φέρνοντας στη ζωή μας την καλοτυχία και τη γονιμότητα!

(*) Ο κ. Λ. Λιάβας είναι καθηγητής (ΕΚΠΑ) – διευθυντής του Τομέα Εθνομουσικολογίας και Πολιτισμικής Ανθρωπολογίας και διευθυντής του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών ‘’Εθνομουσικολογία και Μουσική Πράξη’’

Απάντηση