Τύπος Πειραιώς - Ενημέρωση

“Από το περιθώριο των λογισμών” ενός… απαχθέντος εμπόρου από την Βαλένσια…

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Στράτου Δουκάκη, που είναι αφιερωμένο στη Βενεζουέλα, για όσα του  χάρισε και του δίδαξε…

Παντελής Ξανθίδης |> Ένα βιβλίο ζωής, που χρόνια τώρα μάζευε τις λέξεις, τις θύμησες και τα συναισθήματά του ο Στράτος Δουκάκης, είναι αυτό που από σήμερα -σε τακτά διαστήματα- ο ‘’Τύπος Πειραιώς’’ θα φιλοξενεί με αποσπάσματα. Τίτλος του ‘’Από το περιθώριο των λογισμών’’… Των λογισμών του Στράτου Δουκάκη, αυτού του εμπόρου από την Βαλένσια, που χρόνια τώρα τον ‘’παρέσυρε’’ η λογοτεχνία και τον έκανε… εραστή της!

Με τον Στράτο ‘’γνωριστήκαμε’’ τον… περασμένο αιώνα – περίπου στα μέσα της δεκαετίας του ’90 – όταν αρθρογραφούσαμε στο apn.gr του Ρίζου Τζιαμαλή και αναπτύξαμε μία πολύ θερμή φιλία. Εκείνος στην Βενεζουέλα κι εγώ εδώ. Τα λέγαμε πολύ τακτικά, μέσω του Skype…

Ο Στράτος, παρά την μεγάλη απασχόληση με το εμπόριο ήταν ‘’κολλημένος’’ με το γράψιμο και με την Ελλάδα – όχι μόνον για τον Μόλυβο της Μυτιλήνης όπου γεννήθηκε, μεγάλωσε και στα 17 του ξενιτεύτηκε…

Την εποχή που γίνονταν προσπάθειες για να προταθεί για Νόμπελ ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Στράτος Δουκάκης κατάφερε να συγκεντρώσει… 1013 υπογραφές υποστήριξης στον Μίκη, από Λατινοαμερικάνους λογοτέχνες, μουσικούς, πολιτικούς κ.ά. Τόσες υπογραφές δεν είχαν συγκεντρωθεί αλλού! Τις υπογραφές αυτές μού τις έστειλε και μαζί με την κυρία Ζωζώ Λιδωρίκη προσπαθήσαμε να τις προωθήσουμε στην επιτροπή η οποία είχε αναλάβει την υπόθεση για το Νόμπελ. Προσπαθήσαμε…

Με τον Στράτο Δουκάκη υπήρξαμε συνιδρυτές και μέλη του πρώτου δ.σ. της ‘’Ένωσης Ελλήνων Συγγραφέων των Πέντε Ηπείρων’’ (ΕΕΣΠΗ) με πρωτεργάτη τον αείμνηστο Βάϊο Φασούλα (Γερμανία) και τα άλλα μέλη διασκορπισμένοι στις ελληνικές γειτονιές του κόσμου. Ο Στράτος (Βενεζουέλα) κι εγώ συντονιστής στην Ελλάδα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες ο αξέχαστος Διονύσης Κονταρίνης, ο Σπύρος Δαρσινός, ο  Γαβριήλ Παναγιωσούλης, η Γιώτα Στρατή, η Βάνα Κοντομέρκος, στην Αυστραλία ο Ιάκωβος Γαριβάλδης, στον Καναδά ο Κώστας Δουρίδας, στη Ν. Αφρική ο Δημήτρης Καράλης κ.ά. Ας σημειωθεί ότι η ΕΕΣΠΗ ήταν η μοναδική διαδικτυακή ένωση στον κόσμο, με τα μέλη του δ.σ. να γνωρίζονται μόνον μέσω του διαδικτύου! Η ΕΕΣΠΗ, συνεχίζει να υπάρχει και σήμερα ως ΕΕΛΣΠΗ (σ.σ. συμπληρώθηκε η λέξη Λογοτεχνών), με άλλη μορφή λειτουργίας.

Με τον Στράτο Δουκάκη γνωριστήκαμε ‘’από κοντά’’ όταν παλιννόστησε στις αρχές του αιώνα. Και από τότε δεν είναι απλώς ο διαδικτυακός… amigo, αλλά ο επιστήθιος φίλος!

Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών και με τις κουβέντες που κάναμε, τον γνώρισα πολύ καλά κι όταν ξεφύλλισα αυτό το βιβλίο, κατάλαβα για ποιόν λόγο σημειώνει «Πλανόδια κείμενα που συμπληρώνουν τον μονόλογο της ζωής μου» και στο εσώφυλλο:

«Αφιερωμένο, έναντι ενός μεγάλου χρέους αγάπης, στη δεύτερη πατρίδα μου, τη Βενεζουέλα, για όσα μου χάρισε και όσα μου δίδαξε στη ζωή. Gracias por tanto!»…

Μετά από αυτά ο ‘’Τύπος Πειραιώς’’ προβαίνει σε… πλιάτσικο και σε τακτά διαστήματα θα δημοσιεύει αποσπάσματα από αυτό το ‘’σπονδυλωτό’’ πόνημα. Έτσι…

Ο Στράτος Δουκάκης, γράφει:

Κάρτα εισόδου

Μετά την έκδοση του βιβλίου μου Υστερόγραφα μιας διαδρομής, το 2015, είχαν απομείνει, παραμερισμένα και στοιβαγμένα σε κάποια «περιθώρια», πολλά «πλανόδια κείμενα». Κείμενα με μύχιες σκέψεις και λογισμούς, εσωτερικής κατανάλωσης πρωτίστως, και συζητήσεις ψυχής ατέλειωτες και ατελείωτες, όπου κυριολεκτικά, έβαζα μέσα σε λέξεις τη… ζωή μου. Όσες, τέλος πάντων, είχα εντάξει στο σκληρό –αν και βραδυκίνητο– δίσκο της μνήμης μου. Τίποτα δεν έκρυψα. Χιλιάδες φράσεις θεωρούσα ότι θα έπρεπε να ειπωθούν και εκατοντάδες νοήματα θα έπρεπε να εκφραστούν. Κι όλα να συνοψίζονται και να καταγράφονται σε κόλες χαρτιού και σε αρχεία του υπολογιστή μου.

Ωστόσο, ένα αδιάκοπο ταρακούνημα ελλοχεύει γύρω κι ανάμεσά τους που, εν μέρει, με κρατούσαν ανυπόμονο μεν, αναποφάσιστο δε, με το τι θα ‘κανα με δαύτα. Έτσι άρχισαν να περιπλέκονται μέσα μου ζητώντας λίγο φως και… την έκφρασή τους. Εν τω μεταξύ είχα επιλέξει μια σχετική αποχή, σιωπή και απουσία –συνειδητά φυσικά– από τους γνωστούς χώρους έκφρασης. Το διαδίκτυο –το blogging στην περίπτωσή μου– δεν μου χάριζε πλέον ό,τι μου χάριζε. Αλλού άφηνα το στίγμα μου. Άλλες εικόνες γοήτευαν το βλέμμα κι άλλα κυρίευαν το ενδιαφέρον μου. Είναι αμαρτία, ομολογώ, να παραμερίζεις αυτή τη δροσερή πηγή έκφρασης και μοιρασιάς, αυτή τη σχεδόν καθημερινή βουτιά στο συναρπαστικό κι ανεκτίμητο χάρισμα που από καλοτυχία είχε πέσει στα χέρια μας τότε.

Όμως με τα χρόνια, σε καιρούς στεγνούς και μικρόψυχους, παύει κάπως να υφίσταται η ανάγκη της σιωπής. Μες στο πολύβουο παρόν πολλά και διάφορα –άλλοθι των πιστεύω μου, θα τα έλεγα– κυριεύουν κάθε διαφυγή μου. Δεν με ξαφνιάζει το γεγονός ότι με τόσα γραφτά ζωσμένος, τα οποία ανακλήθηκαν αβίαστα και αυθόρμητα, αποφάσισα ξαφνικά να σώσω ό,τι μπορώ να περισώσω και να τα εκδώσω. Να κάνω ακόμη ένα βήμα επιβεβαιώνοντας αυτό που λέει κι ο στιχουργός να «φτάσω πιο μακριά απ’ αυτό που ’μουν φτιαγμένος»

Λένε πως οι μουσικοί δεν αποσύρονται· σταματούν όταν η μουσική μέσα τους σωπαίνει. Κι εγώ ένιωθα να υπάρχει μέσα μου λίγη μουσική ακόμη. Κι άλλο ένα που έχω κατά νου: «το πουλί δεν τραγουδάει γιατί έχει απαντήσεις· τραγουδάει επειδή έχει τραγούδια». Και τέτοια, υπήρχαν. Ό,τι κι αν πρεσβεύανε…

Είναι υπέροχο, πιστεύω, ένας άνθρωπος να μπορέσει κάποια στιγμή, τις όποιες μύχιες σκέψεις του, να τις συμπυκνώσει και να τις αποτυπώσει, κατά μία έννοια, σ’ ένα σχήμα 17 Χ 24 ενός βιβλίου κι αυτό να διαρκεί για πάντα. Γιατί στ’ αλήθεια, πόσο συχνά έχει τη δυνατότητα κάποιος να διηγείται την ιστορία της ζωής του; Όσο ασήμαντη κι αν ήταν. Σε κάθε περίπτωση, όταν κάποιος μπορεί να πάει την ιστορία του λίγο παρακάτω, ας το κάνει.

Με τούτο το βιβλίο λοιπόν, ανοίγω χαραμάδες να ξεχυθεί το συναίσθημα, που συνεχίζει να βγαίνει ολοένα και σε πιο πολλά αντίτυπα. Κι απ’ αυτά τα κενά που, επί τούτου και κατά περίσταση αφήνω, θα φανούν –σαν αστραπές μέσα στα σύννεφα– δικά μου εσωτερικά σενάρια, κάτι να μαρτυράνε στους «απέξω»…

Πλανόδια κείμενα «Από το περιθώριο των λογισμών» που συμπληρώνουν τον μονόλογο της ζωής μου.

 

Σημείωση (σαν απολογία…)

Μια απαραίτητη παρένθεση θα χρειαστεί ν’ ανοίξω εδώ για να προλάβω  τυχόν ερώτηση ή και απορία –λες και κουβαλάω κάτι ανεξόφλητο– για τα γνωστά «επαναλαμβανόμενά» μου.

Ενδεχομένως –λέω εγώ τώρα– θα μπορούσατε να με ρωτήσετε: πώς και δεν πλήττω με όλο τα ίδια και τα ίδια; Όχι, δεν πλήττω, αφού στις ίδιες διαδρομές, κάθε φορά κάτι καινούργιο και αδιόρατα αλλιώτικο συναντούσα που δεν το είχα δει τότε. Στην προηγούμενη επανάληψη. Η επανάληψη για μένα είναι η γεύση μιας ζωής που έζησα. Πώς να το κάνω;

Ανέκαθεν προσέγγιζα –και προσεγγίσω– το τόλμημα και το κάθε θέμα με συναίσθημα και το έθετα –όπως κάνω και τώρα– σε καθαρά προσωπική βάση. Ποτέ δεν το απαρνήθηκα. Είναι η αλήθεια.

Προσπαθώ, ως συνήθως, να συντονίσω με την «ακρίβεια του χιλιοστού και του δευτερολέπτου» τις στροφές του μυαλού. Κάνω απολογισμούς, βυθίζω το χέρι μου μέσα στα χρόνια, να βρω όλα εκείνα τα γεγονότα των απομακρυσμένων ημερών. Μαζεύω άπειρες στιγμές και συναρμολογώ τα «μονόπρακτα της σιωπής» που ονειρεύονται τα περασμένα. Αναπαράγω –ως φωνή της συνείδησής μου– και εκθέτω με ορθάνοιχτα τα μάτια και ξεκούμπωτες τις αισθήσεις, τον κόσμο μου. Έναν κόσμο που ξεδιπλώνεται και γίνεται οίστρος. Ο οίστρος της ψυχής μου.

Μετά από τόσα χρόνια, μπορώ να επιβεβαιώσω ότι είμαι ένα άτομο που μπορεί να γυρίζει τη σελίδα, αλλά αφήνει τσακισμένη τη γωνία της για να επανέλθει… Δεν ξεφορτώνομαι εύκολα εκείνα τα μικρά ακατάστατα κομμάτια ενός αλησμόνητου παρελθόντος. Συνήθειά μου να γυρίζω τον χρόνο στα «κάποτε» και στα «τότε» αφού το μυαλό μου ακολουθεί τα χαρτογραφημένα μου «χθες» και τα αχαρτογράφητα «αύριο», χαραμίζοντας επιπόλαια το «τώρα». Προφανώς, δεν έχω καμιά διάθεση να ξεχάσω ένα παρελθόν που άφηνα πίσω μου· να πετάξω στα σκουπίδια μια εποχή που είχε χαρακτηριστικά και συμπεριφορές ολότελα δικές της. Απείθαρχη, ανέμελη, ανήσυχη, ευαίσθητη, πολυκύμαντη, γενναιόδωρη κι ωραία, που, μόνο αμέτοχη δεν υπήρξε, που κάποιο ρόλο έπαιξε στη ζωή μου! Άλλωστε καμιά ιστορία δεν ξοδεύεται ποτέ, όσες φορές κι αν ειπωθεί.

Αν το κάνω τι θ’ απομείνει; Φτάνει που υπάρχουν, έστω κι αυτά, τα σκονισμένα ξέφτια στη γωνιά του νου, αιχμάλωτα στα ράφια ενός γκρεμισμένου «τότε» που μου δίνουν το δικαίωμα να τα διηγούμαι. Αμήχανα –κι ένοχα εν μέρει– μπορεί να κρύβονται… όμως υπάρχουν. Αιώνια διαθέσιμα στα καλέσματα.

Της Βενεζουέλας

 Είναι γιατί η ξενιτιά την έκανε δεύτερη πατρίδα μου.

Είναι γιατί, κοιτάζοντας πίσω, όλα αυτά τα χρόνια μού φαίνονται

τα πιο ωραία.

Είναι γιατί αυτά έζησα, αυτά μου ανήκουν.

Είναι απλά η ζωή που έχω να θυμάμαι.

Γι’ αυτό θα τη λατρεύω και θα τη μνημονεύω εσαεί, είτε αυθόρμητα

είτε –το πιθανότερο– νοσταλγώντας την!

Venezuela, un país para querer!

(Βενεζουέλα, μια χώρα για να την αγαπάς)

Ως ένας ανυποψίαστος έφηβος τότε –μιλάω για πολλά χρόνια πίσω– έφτασα στη μακρινή κι εξωτική Βενεζουέλα ανακαλύπτοντας έναν άγνωστο κόσμο. Ήταν φυσικό να έρθω αντιμέτωπος με τη νέα μου καθημερινότητα, με όσα συνέβαιναν –θετικά και αρνητικά– εκείνης της χώρας. Εκείνου του  κόσμου. Τα δέχτηκα. Τα αφομοίωσα. Έγινε ο τόπος μου όπου βλάστησαν τα εφηβικά μου χρόνια όπου, σε μια αφθονία δίχως τέλος, άρχισα να ξεφυλλίζω τα φλογερά όνειρα της νιότης μου.

Αν έχεις ζήσει νέος, στη Βενεζουέλα εκείνων των χρόνων, οτιδήποτε κι αν κάνεις στο υπόλοιπο της ζωής σου, εκείνη θα παραμένει μαζί σου, στη σκέψη σου, στην καθημερινότητά σου, στον τρόπο ζωής σου, στα λόγια σου, στη νοσταλγία σου! Πώς το καταφέρνει και πως γίνεται αυτό, πιστέψτε με, δεν το έχω εξηγήσει ακόμη. Απάντηση αδυνατώ να δώσω. Ωστόσο –εγκαρδίως και ειλικρινώς– θα πω πως δεν σταμάτησα να την ευγνωμονώ για όσα μου χάρισε και όσα μου δίδαξε στη ζωή. Κι αν κάτι θέλω τόσο πολύ εδώ, είναι να βρω τις ανάλογες λέξεις και να καθαρογράψω με τα πιο καλλιγραφικά γράμματα την απόδειξη της αγάπης μου προς αυτήν.

Εν τω μεταξύ, ας μην το ξεχνάμε, είχα αφήσει πίσω την Ελλάδα, την πατρίδα που με γέννησε και μ’ ανάστησε και ήταν επόμενο η καρδιά μου να περιφερόταν και γύρω από αυτήν. Όπου κι αν πήγαινα, όπου κι αν στεκόμουν, ό,τι κι αν έκανα, η Ελλάδα ήταν μέσα μου. Παρούσα! Τη μύριζα, την άγγιζα, την οραματιζόμουν κι όσο έμπαινε μέσα μου τόσο περισσότερο παθιαζόμουν. Το όνομά της και μόνο έφερνε ολόγυρά μου το φως της, την τρισχιλιετή ιστορία της, το γαλάζιο της, το λεπταίσθητο θρόισμα του αγέρα και της αύρας της. Όλα τα κρατούσα επάνω μου, όπως θα κρατούσα ένα κλωνάρι γιασεμί ή βασιλικό στα χείλη μου, έχοντας την ευωδιά τους.

Η ζωή μας, βλέπετε, είναι καμωμένη από καιρούς και χρόνια που, από τη μία στιγμή στην άλλη, όσο μεγαλώνουμε τόσο μας ξεσηκώνουν. Η δική μου ξετυλίχτηκε πάνω σε δυο παράλληλους κόσμους, σε δυο παράλληλες διαδρομές. Σε δυο παράλληλες ράγες τρένου κύλησε το ταξίδι της ζωής μου.

Ήταν άλλες εποχές τότε, πιο ισορροπημένες, δεν αντιλέγω. Τώρα έχουν αλλάξει πάρα πολύ τα πράγματα. Γενικά. Πέρα από τις δυσκολίες που ζει τώρα και ανεξάρτητα από το πόσο απαισιόδοξη μπορεί να δείχνει, δεν παύει να είναι και να παραμένει για όλους όσους την έζησαν αξέχαστη!

Επιμύθιο:

Κανένα μέρος του κόσμου δεν αξίζει, άμα δεν βάλεις μέσα στην ιστορία σου τους ανθρώπους του, τα αισθήματα, τα γεγονότα που έζησες, και κάθε φορά, ανακαλώντας τα στη μνήμη, αυτά ξεπηδούν και σωριάζονται σαν φωτογραφίες που αρνούνται να ξεθωριάσουν. Αυτά έζησα, μου ανήκουν, είναι η ζωή που έχω να θυμάμαι. Γι’ αυτό και επανέρχομαι συχνά και σας παιδεύω. Γιατί κοιτάζοντας πίσω όλα αυτά τα χρόνια μού φαίνονται τα πιο ωραία! Γι’ αυτό θα την λατρεύω και θα τη μνημονεύω εσαεί, είτε αυθόρμητα είτε –το πιθανότερο –νοσταλγώντας την! Επειδή υπήρξε και επειδή η ξενιτιά την έκανε δεύτερη πατρίδα μου.

(Συνεχίζεται)

Απάντηση